Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΑΝΑΚΛΙΔΟΥ ΤΑΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΑΝΑΚΛΙΔΟΥ ΤΑΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

ΕΓΙΝΕ ΞΑΦΝΙΚΑ...




'Εγινε ξαφνικά
όπως ξαφνικά έρχεται η άνοιξη.

Μιλούσα γι' αγάπη
κι η αγάπη ήσουν εσύ,
μιλούσα για το φιλί
και το φιλί ήσουν εσύ,
με τ' όνομά σου,
τη διεύθυνση του σπιτιού σου,
το δειλινό χαμόγελο
που μόνο εγώ μπορούσα να βλέπω.
Πως να υπάρξει τώρα
εκείνο το χαμόγελο
όταν κανείς δεν το καταλαβαίνει?
(Μα κι άν το καταλάβει
θα πάψει πια να 'ναι το ίδιο.)
Πως να υπάρξει εκείνη η μουσική
που μου ζητούσες να σφυράω?
Πόσες φορές την εμπιστεύτηκα
στο νυχτερινό άνεμο
στα κουρασμένα ηλεκτρικά.
Την άκουσες ποτέ?
'Ηταν για σένα.
Δεν το παραδεχόμουνα.
Μα ήταν.

Δεν έβλεπα
τις μικρές σταλαγματιές το φως
που πέφταν στο φεγγίτη μου
διαπερνώντας τις φυλλωσιές των σύννεφων.
Λιώσανε απότομα τα κρύσταλλα.
Μια φωτεινή πλημμύρα
σκόρπισε την επιμονή της σκόνης
τα μισοτελειωμένα χειρόγραφα
τα μισοτελειωμένα βήματα.

Δεν ξέρω πως έγινε
(ίσως και να ξέρω...)
όμως το φως ποτέ δεν είχε στερέψει.
Να μου χαμογέλασες ποτέ 
από μακριά?
Δεν γίνεται. Κάποια στιγμή θα χαμογέλασες.
Ακόμα κι όταν έδιωχνες
κάθε τι δικό μου.
Ακόμα κι όταν νόμισες πως το 'διωξες.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ( ΜΕΓΑΛΟ ΓΡΑΜΜΑ -XIV, 1952)

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

ΔΟΛΩΜΑΤΑ ΑΠΟ ΣΙΓΟΥΡΙΑ


'Οπως το τραίνο με μπουμπουνητά στο τούνελ
Αγκομαχώντας χρόνϊα βρογχίτιδα κι αρθριτικά
Πιστεύοντας ακόμα σ'ένα πεπρωμένο από σκουριά και σίδερο.
Πιστεύοντας πως τα ταξίδια έχουν προορισμό
Τον φωτεινό σταθμό το αδίσταχτο φρένο.


Ακολουθώ τις ράγες που θαρρώ με εντελέχεια
Οδηγούν στην ψυχή μου. Υπάκουσα
Κλειδούχους και σφυρίχτρες με πηλήκιο
Γνωρίζοντας τη νομοτέλεια της υποταγής που υπόσχεται
Δικαίωμα στο γέλιο και τη χλεύη. Αντάλλαξα
Τον άνεμο με χώμα,σκότωσα
Το έμβρυο της έκπληξης για κάτι αειθαλές
Με την ελάχιστη ελπίδα πως το ανέλπιστο
Θέλει δολώματα από σιγουριά για να τσιμπήσει. Αστόχησα.


Βγες κοίτα λοιπόν το αμετάθετο άστρο
Τη νύχτα κοίτα πως το περιβάλλει
Θάλασσα έρεβους
Τον σεβασμό του έβενου γι'αυτή τη μικρή
Ακινησία φωτός.
Όμως κάποτε, ναι,
Σε κλάσματα αιωνιότητας το ακίνητο
Θα τιναχτεί απ'τον ύπνο της μοίρας του
Και
Με διάττον λεπίδι βουβής αστραπής
Θα ξεσκίσει
Τη μαύρη κοιλιά
Της γιαγιάς βεβαιότητας.


ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ (ΤΟ ΘΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ 1987)

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009

ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ..






Και τώρα που ξεμπερδέψαμε πια 
με τα μεγάλα λόγια,

τους άθλους, τα όνειρα, 
καιρός να ξαναγυρίσουμε στη ζωή μας-





αλλά, μάταια, το σχέδιο της πόλης άλλαξε, 


κατά πού πέφτει ο δρόμος που αγαπηθήκαμε παιδιά,
πού πήγε ο άνεμος που σκόρπισε τόσους συντρόφους, 
υπάρχει ακόμα ο κόσμος?-



τώρα στη γλώσσα μας 

μπερδεύονται παλιά τραγούδια,

κανείς δε μας καταλαβαίνει 
και μόνο τα παιδιά μαντεύουν πιο πολλά, 
μα μεγαλώνουν γρήγορα και τα πουλιά
πετάνε για να μη θυμούνται -
ένα τέτοιο παρελθόν και δεν απόμεινε 
παρά λίγη στάχτη,



όπου σκυμμένοι τα βράδια σχεδιάζουμε 

σημαίες, άστρα, λόφους, άλογα

κι ανάμεσα τους την τύψη ότι δεν τα δώσαμε όλα 
ελευθερώνοντας έτσι όρκους αλλοτινούς 
και τις πιο ωραίες χειρονομίες του μέλλοντος.


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ (Από τη συλλογή : Ο τυφλός με το λύχνο- 1983)