Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ








Μου βάσταξες τις σκαλωσιές του ήλιου-ώσπου αναλήφθηκα.
Είδα τον κόσμο από το ύψος του τελευταίου φωτός.

Είσαι συ, που με βοήθησες ν'ανακαλύψω λοιπόν
πως ο κόσμος γυρίζει έξω απ'τη νύχτα.
Πως ο άνθρωπος είναι ένα σύστημα του ήλιου. Πως όλα
τα κύτταρά μου είναι λίμνες που αναδίνουνε φως.
Κι είσαι συ που με βοήθησες ν'ανακαλύψω
 πως τ'αστέρια είναι πεντάγραμμα,
πως τ'αυτιά δεν ακούν, πως δεν νιώθουν τα δάχτυλα
τη μωβ απόχρωση της πέτρας όταν δύει ο ήλιος.
Και πως ο ήλιος αυτός ο μέγας 
εξουσιοδοτημένος του στερεώματος,
να'ναι ο πανταχού παρών - σ'όλα τα βάθη του.
Να βρίσκε χιλιάδες φλεβίτσες 
και να διακλαδίζεται μες στο γρανίτη,
να φορεί στέφανο χρυσό στο κεφαλάκι του βρέφους
που περιμένει το πλήρωμά του στο σκοτάδι της μήτρας,
ν'αναβλυζει απ'τα βάθη των θαλασσών,
να κυκλοφορεί μες στα χρώματα των ζωγράφων
και μες στους στίχους των ποιητών
και μες στα πόδια που χορεύουν
και μες στους ήχους του "αλληλούια".
Κι η σιωπηλή παρουσία σου μ'έμαθε πως σιωπή δεν υπάρχει.
Ακουσα να θροίζει η ψυχή σου
 όπως ένας πευκώνας το καλοκαίρι.
Τα δάκτυλά σου μ'άγγιξαν σαν ένα σμήνος πουλιών.
Κι όταν χαμογελάς ακούω μια άρπα.
Κι όταν σκέφτεσαι ακούω πως σκέφτεσαι.
Κι όταν αγαπάς τα παιδιά 
που ευλόγησεν ο Ιησούς, πάλι, ακούω.
Κι ακούω το ρόδινο σύννεφο όταν ακουμπάει στο βουνό.
Κι ακούω το στάχυ όταν πίνει μια σταγόνα νερού.
Κι όταν τη νύχτα κοιτάζεις τον ουρανό
ακούω τ'αστέρι που πλέει μες στο βλέμμα σου.
Κι είναι αυτό που ακούω πολύ δυνατότερο
απ'αυτό που γράφω κι απ'αυτό που μπορώ να σου ειπώ.
'Ολα είναι γραμμένα. Αρκεί να μπορεί να διαβάζει η καρδιά
τα ψηφία της κτίσεως.  Οι στίχοι είναι αντίλαλοι.
Απόψε τελειώσανε όλες οι λέξεις μου.
Ακούω το ποτάμι ζητώντας να ξεκλέψω τα λόγια του.
Αφουγκράζομαι στο άπειρο το χαίρε των κόσμων
που παραπλέουν ο ένας τον άλλο
 -χαιρετιώνται κι αποχωρίζονται.
Αλλά η γλώσσα του σύμπαντος έχει μια μόνο λέξη.
'Ολα λένε "Αγάπη". 
Κι όταν γράφω "αγάπη" δεν έχω πια άλλο.
Αλλά εγώ σ'αγαπώ. Και γι αυτό κομματιάζω
τη λέξη "αγάπη" σε χιλιάδες ρινίσματα
και ζημώνω τα χρώματα, όχι σα να 'ναι 
 να ειπώ  ή να γράψω, αλλά
σα να'μαι ο παντοκράτορας ενός μεγάλου περβολιού
και να θέλουν τα χέρια μου να υφάνουνε κρίνα.
Είσαι συ, που με φύσηξες 
σαν ένας αγέρας απ'τ'ανοιχτά του Θεού.
Το νερό σου περισσεψε κάτω στις ρίζες μου κι έκαμε
ν'ανοίξει η ψυχή μο σαν μια φωτεινή φυλλωσιά,
κι είμαι εγώ που σου ετοίμασα στέγη.
Το Μάρτη σε στεφάνωσα με χελιδόνια.
Κι έκαμα να φυτρώσουνε κάτω στο γύρο
 του φουστανιού σου αγριολούδα,
που κυνηγιούνται σαν φώτα πολύχρωμα όταν χωρεύεις
ή όταν ονειρεύεσαι πως χωρεύεις και τινάζεσαι ανάλαφρα
σα να ζητάς να πιαστείς απ'το υπέρτατο φως.
Δεν ξέρω τι θα πρεπε να σου γράψω, τι να σου ειπώ.
Πρέπει να είναι μεγάλος ο κήπος που θα σε περπατήσω.
Κι ευτυχώς που είναι ο κόσμος 
απέραντος και τον έχουμε όλοι μαζί
και μπορεί να διαλέξει κανείς ό,τι θέλει.
Θα τυλίξω στα δάχτυλά μου τα νήματα του νερού,
θα ξεδιαλέξω το μετάξι του ήλιου 
απλώνοντάς τον πάνω σε άνθη αχλαδιάς,
θα βγάλω το μπρισίμι απ'το ζέφυρο,
να σου φτιάξω ένα ένδυμα γάμου.
Απόψε σε παντρεύω με την αιωνιότητα.
Περνώ το χρυσό δαχτυλίδι 
της ποίησής μου στο δάχτυλό σου.
Περνώ στα μαλλιά σου ένα στεφάνι λεμονιάς
που στάζει χαραυγή και δροσιά, που στάζει αγάπη.
Το'χω κομμένο από την παιδική αστροφεγγιά 
της καρδιάς μου.
Ο ουρανός μοναχά το'χει αγγίξει.  Σ' το πρόσφερα σήμερα.
Περπάτησα όλο το Μάη μ'ανοιγμένα τα χέρια μου.
Η ψυχή μου ξεχείλιζε και τη μάζευα
όπως ξεχειλίζει μια κούπα νερό,
όπως ξεχειλίζει το φως σ'έναν κόρφο ξεκούμπωτο.


Δίπλωσα στην παλέτα μου το ουράνιο τόξο,
ανάλυσα της δύσης το βυσσινί μέσα στη φούχτα μου,
να σε φτιάξω για να ταιριάζεις με τη δημιουργία του Θεού.


ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
(αφιερωμένο)



Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

ΧΙΛΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Χρόνια αναμονής γι αυτά τα χίλια πρόσωπα 


ζωγραφισμένα στη μορφή σου
Τότε που σε περίμενα 
-πριν σε γνωρίσω- 
με τα μυριάδες γράμματα σε άγνωστο αποδέκτη 
ήταν για να μπορώ να δω 
αυτά τα χίλια πρόσωπα σε μια μορφή
Αυτά τα χίλια πρόσωπα 
μου ιστορούν ανέμελα χρόνια 
παιδικές ανησυχίες εφήβων απέλπιδες έρωτες 
στίχους σε μαθητικά θρανία πόνους κι απαντοχές 
δίψες κι εντάσεις αγώνες επιβίωσης
ανείπωτα τραγούδια 
που φανερώνουν πάθος διεκδίκησης 
ερωτικές αβύσσους λυτρωτικά σμιξίματα 
εισβολές κυττάρων κραδασμούς συθέμελους 
γνήσια τρυφερότητα ωδές αέρινες 
άπειρη υπομονή κι αγάπη.
Αυτά τα χίλια πρόσωπα 
τ'αγάπησα κατακερματισμένα 
μέσα στο χρόνο κι οι σπατάλες μου
 -τότε που σε περίμενα- 
ευοδώθηκαν χρόνια πολλά μετά 
μέσα σε μια μόνο μορφή 
που ήταν η δική σου





ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ (ΣΠΟΝΔΕΣ)



αφιερωμένο


Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

Η ΤΙΜΩΡΙΑ


Πόσο κίτρινος είναι ο ήλιος

που μας κοροϊδεύει.
Πόσο ιδανικοί εμείς αναλύοντας
τις ακτίνες του.
Πόσο επαίσχυντα ωραίοι
όταν τραβάμε το σύρτη.
Και μένουμε άφωτοι-
ο ένας απέναντι στον άλλον.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ-ΕΝΟΧΗ (Εν Φαντασία και Λόγω-1975)





Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ




Αφιερωμένο για..τα παιδιά του Πειραιά..


Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

Η ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ



Σα να σ'έπλασε ο Θεός με αμεταχείριστο χώμα,

φως και νερό, είσαι ωραία παράξενα.
Τα χέρια σου μοιάζουν
σαν ένας λαός συναγμένος 
που σκέφτεται πάνω στο στήθος σου. 
Μια κολόνα ο λαιμός σου
που στηρίζει ένα αέτωμα.  
Μια κατασκήνωση ειρήνης το γέλιο σου. 
Στ'ορθό μέτωπό σου,προσγειώνεται ο ήλιος παράξενα.
Είναι τα μαλλιά σου Μια ημερωμένη καταιγίδα.  
Και τα μάτια σου είναι η σοφία της σιωπής, 
η αρμονία της θύελλας, το "αγαπάτε αλλήλους".


ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ (ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 1961)



Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

UNA FURTIVA LAGRIMA





ΚΑΤΑΦΕΡΕΣ


Κατάφερες
να νιώσω
ανάσα αφή και μυρωδιά σου
αφύπνιση χρόνια μετά


Κατάφερες
να θυμηθώ τη φωνή της μάνας μου
όταν με είχε αγκαλιά
κι ακούγονταν μέσα από το στέρνο της
μαζί με τους χτύπους της καρδιάς


Κατάφερες
να ξυπνήσεις την έλλειψη
την θαμμένη στην αυτοδυναμία της άμυνας
Χρόνια τώρα η δύναμη της συνήθειας
έχτισε οχυρά σε ανύπαρκτους εισβολείς
Κι αυτό το κάστρο χάρτινο λες πήρε χρώματα
και φως και τραγούδια κι αναμονές
Κι ίσως γι αυτό γεννάει φόβους


Κατάφερες
να εγείρεις απαντοχές
να ανατρέψεις προγράμματα χρόνους
να κάνεις τη σιωπή εφηβικό πανηγύρι
να γεννήσεις διλήμματα κι ανάγκες


Κατάφερες
την απόφαση να δρέψω
Τίμημα η φωνή μου
στους τέσσερις ανέμους
με τα κρυμμένα μυστικά
να ζητούν το μερτικό τους
δειλινά σαν το αποψινό
που ο ήλιος αρνιόταν να κρυφτεί
για να γεμίσει ο ορίζοντας χρώματα.


ΓΙΩΡΓΙΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ (από τη συλλογή ΣΠΟΝΔΕΣ)

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2008

ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ...

για τον Μιχάλη..

ΟΤΑΝ ΚΟΠΑΖΕΙ Ο ΘΟΡΥΒΟΣ (1)
Για το ψωμί, το δίκιο, την αλήθεια, ίσως και να μη

φτάνει μια ζωή,
μα τη ζωή μου την ένιωσα ζωή μες στον αγώνα αδέλφια.

Και για να μάθω να μιλώ όταν ο τρόμος τα στόματα
βουβαίνει
να μάθω ν'ανορθώνομαι όταν θεριεύει ο θάνατος
για να μπορώ τα ίδια τα λάθη μας ν'αντέχω
με πόσες αδυναμίες έπρεπε να κατανικήσω
με πόσες πρέπει κάθε στιγμή ν' αντιπαλεύω...

Ομως μονάχα τούτη συγχωρέστε μου :
όταν κοπάζει ο θόρυβος και μένω μοναχός
μ'ένα μου αγαπημένο πρόσωπο
για την αγάπη του που ολόκληρος διψάω
δεν μπορώ ν'αγωνιστώ.
Αν την επιδιώξω τη χάνω.
Αν την διεκδικήσω τη σκοτώνω.
Αδέλφια μου συγχωρέστε με, μα η αγάπη
που πιο βαθιά γυρεύω
πρέπει να μου δοθεί μονάχη.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ (ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΞΑΝΑ 1959-1962)

το βίντεο του spyroshapiro από το http://www.youtube.com/spyroshapiro

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2008

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ...

Για τον Γιάννη Κ. που σήμερα θα συναντούσε τον Σεπτέμβρη για 47η φορά

Στον άνεμο ρίχνω μια χούφτα χώμα

Χαράζει το χέρι λέξεις των θλίψεων
Πώς τώρα το χάσμα της σκέψης των ονείρων να γίνει φωνή
Στη διττή της να μετέχει η σάρκα μορφή
Κι οδηγημένη απ' το χέρι η σιωπή να γίνει γλώσσα

Σούρουπο σταματούν οι δεκαοχτούρες το θρήνο
Ροκανίζουν στο πλατάνι οι κάργιες τη μέρα
Ποια λόγια να σου απευθύνω τραυλίζοντας
Ονείρων ξεφτίδια απορρίπτουν τον κόσμο μας
Μ' εγκαύματα μ' εγκαλούν ατέρμονης καταδίκης
Στο ρήγμα τού πένθους βυθίζονται όλα

Κάποτε σου είχα γράψει:
Ο Έρωτας ακυρώνει τη σκοτεινή απώλεια του χρόνου,
Κάποτε σε μιαν άλλη Εποχή.

Φυσάει νύχτα στα σύννεφα των πεύκων
Πλησιάζει όπως πάντα η θλιβερή μουσική
Ο ασίγαστος μονότονος ήχος των αργυρίων

Ποια δικαιοσύνη ερμηνεύει το αβάσταχτο;
ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ
(Ονείρων Κοινοκτημοσύνη-2002)






Πέμπτη 21 Αυγούστου 2008

ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΠΤΗΣΕΙΣ


....Glass traps open and close
on nite flights

Broken necks

Feather weights press the walls
Be my love

We will be gods on nite flights

Only one promise

Only one way to fall...


From "NITE FLIGHTS"

(Gary Walker-Walker Brothers-1978/David Bowie-1993)




Δευτέρα 4 Αυγούστου 2008

ΓΙΑ ΤΟ ΑΕΡΙΚΟ.. ." ΕΥΤΥΧΩΣ ΜΑΣ ΕΜΕΙΝΕ Η ΡΟΚΙΑ"


"Φάλτσο η πορεία", φίλε μου.
Οταν μας φώναζαν οι γέροι ναυτικοί να πάρουμε μαζί μας

μια πυξίδα, βγάζαμε γλώσσα και τους κοροϊδεύαμε.

Η θάλασσα είναι δική μας, τους απαντούσαμε.

Ο ουρανός είναι δικός μας. Η γη είναι δική μας. Πώς θα χαθούμε?


Στο κάτω κάτω, υπάρχει ο πολικός αστέρας.

Ποιά είναι η ρότα σας. Επέμεναν αυτοί.

Κι εμείς κομπάζαμε και κάναμε γκριμάτσες πίσω απ'τη πλάτη τους.

'Η και μπροστά τους. Δεν είχαμε ενδοιασμούς.

"Φάλτσο η πορεία" φίλε, τελικά.

Κι ούτε που προλάβαμε ν'ανοιχτούμε στους μεγάλους ωκεανούς.

Τίποτα δεν ανακαλύψαμε σπουδαίο σ'αυτό το ταξίδι.

Η αίσθηση μονάχα πως τα λιμάνια ήταν μακριά.

Η βεβαιότητα μονάχα πως τα δελφίνια χόρευαν για μας.

"Φάλτσο η πορεία"! Κανείς δεν αμφιβάλλει πια.

Ομως...Υπάρχουν πάντα κάποια δειλινά, όταν ο ήλιος

σκορπιέται και χαρίζεται στα κύματα, όταν ο Θεός

χωράει σ'ένα μικρό ροδί συννεφάκι, που εμείς, καθισμένοι

στην κουβέρτα, παίρνουμε την κιθάρα μας και τραγουδάμε.


Οχι, δεν είμαστε πικραμένοι.

Ναυαγοί είμαστε σε μιαν απέραντη νοσταλγία.

Τραγουδάμε για την ψυχή μας, που νομίσαμε πως θα

την κάνουμε σημαία της γης.

Για τα ξύλινα αλογάκια και τις καραμούζες μας που

ξεκινήσαμε να κατατροπώσουμε τον εχθρό.

Για τις αφίσες με τα ουράνια τόξα που δεν κολλήσαμε.

Για το παραμύθι που δεν είπαμε.

Για τον κόσμο που δε χώρεσε στ' όνειρό μας.

Για τον πολικό αστέρα που μας πρόδωσε.


Τραγουδάμε για την αγάπη που δε γνωρίσαμε.

Για τον έρωτα που κρεμάσαμε φεύγοντας στα κλαδιά

της γιασεμιάς. (Αραγε υπάρχει πάντα αυτή η γιασεμιά?)

Για το χάδι που αψηφήσαμε.

Για την ανθοδέσμη που δε στείλαμε στη μάνα μας.

Για την ανατροπή που ξεκινήσαμε, τρώγοντας

μπισκότα με γέμιση σοκολάτας.

Για τα κοχύλια που μαζέψαμε και δεν μοιράσαμε.


Τραγουδάμε για τη νίκη που δε γιορτάσαμε.

Για την ήττα που δεν υπογράψαμε.

Για τους φίλους που μας έδωσαν.

Τραγουδάμε για μας. Για το βίτσιο μας. Για το φάλτσο μας.

Αυτό εννοούν, όταν ακούτε να λένε,
"τους έμεινε μόνο η ροκιά".
ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ


Τρίτη 29 Ιουλίου 2008

Για τον Ηρακλή...

BEE.. HAPPY !
Οπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι,
όμοια κ' εγώ.

Τριγυρίζω διαρκώς γύρω απ' τη λέξη.

Ευχαριστώ τις μακριές σειρές
των προγόνων,
που δούλεψαν τη φωνή,
την τεμαχίσαν σε κρίκους,
την κάμαν
νοήματα, τη σφυρηλάτησαν
όπως
το χρυσάφι οι μεταλλουργοί
κ' έγινε
Ομηροι, Αισχύλοι,
Ευαγγέλια
κι' άλλα κοσμήματα.

Με το νήμα των λέξεων,
αυτόν το χρυσό
του χρυσού,
που βγαίνει απ' τα βάθη
της καρδιάς μου,
συνδέομαι·
συμμετέχω στον κόσμο.
Σκεφτείτε:

Είπα και έγραψα, «Αγαπώ».

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ




Δευτέρα 21 Ιουλίου 2008

Μ'ΑΚΟΥΣ ???

-
Ετσι μιλώ για σένα και για μένα
Eπειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Nα μπαίνω σαν Πανσέληνος
Aπό παντού, για το μικρό το πόδι σου μέσ' στ' αχανή
σεντόνια
Nα μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Aποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Mέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας
στοές
Yπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
Aκουστά σ' έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τί" και το "έ"
Tριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
Πάντα εσύ τ' αστεράκι
και πάντα εγώ το σκοτεινό
πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Tο βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Tα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά
που μεγαλώνει
Tο γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Eπειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το
εξαργυρώνει:
Tόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Tόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Tριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Kαμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Tόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Mέσ' στους τέσσερεις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Nα φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Nα μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι

Eπειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Eίναι νωρίς ακόμη μέσ' στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Nα μιλώ για σένα και για μένα.


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (Απόσπασμα από το ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ)

Μ'ΑΚΟΥΣ ?

Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ' αντάρτες απόμαχους
Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό

Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ' αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι

Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ' όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά

Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου Βυθού,
μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ' άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης

Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα ούτε η γερόντισσα μ' όλα της τα βοτάνια

Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ' αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.

Ο.ΕΛΥΤΗΣ (Απόσπασμα από το ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ)

Κυριακή 29 Ιουνίου 2008

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ....


Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ' όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια
είναι πιο προσιτή από την τύψη.

Μα ποιος θα' ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα;
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια ώρα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.
Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Από τα πιο αγαπημένα μου του Αναγνωστάκη,
μου το θύμισε σήμερα ο Βασιλιάς της Μοναξιάς...και του το αφιερώνω