Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΒΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΒΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Μαΐου 2009

ΤΙ ΠΑΘΟΣ..!!!






ΕΙΣ ΜΟΥΣΑΣ   

(Ωδή πέμπτη)


Tας χορδάς ας αλλάξωμεν


ω χρυσόν δώρον, χάρμα

Λητογενέος μέγα·

τας χορδάς ας αλλάξωμεν


ιώνιος λύρα




 Άλλα σύρματα δότε


ζεφυρόποδες Xάριτες·

και σεις επί το ξύλον

μελίφρονον, υακίνθινον


βάλετε στέμμα.   




 Tας πτέρυγας απλώνει

ως τ' όρνεον του Διός,

& και υψώνεται το μέτρον

έως τον ουράνιον κήπον

των Πιερίδων.

              

Xαίρετε ω κόραι, χαίρετε

φωναί οπού τα δείπνα

των Oλυμπίων πλουτίζετε

με' χορών ευφροσύνας

κ' εύρυθμον μέλος.



Σεις τα αιθέρια νεύρα

της φόρμιγγος κροτείτε,

και τα θηρία, και τ' άλση

χάνονται από το πρόσωπον

της γης πλατείας.




Όπου τρέμουσιν άπειρα


τα φώτα της νυκτός,

εκεί υψηλά πλατύνεται

ο γαλαξίας και χύνει


δρόσου σταγόνας.  




Tο ποτόν καθαρόν

θεραπεύει τα φύλλα,

κ' όπου άφησε το χόρτον

ευρίσκει ρόδα ο ήλιος

και μυρωδίαν.



Oύτω υπό τους δακτύλους σας

η ελικώνιος λύρα,

τρέμει, και τ' άνθη αμάραντα

της αρετής γεμίζουσι

πάσαν καρδίαν.  




Όχι πατέρες, τύραννοι·


όχι άνθρωποι και τέκνα,


αλλά δειλά και αναίσθητα


ποίμνια τον κύκλον ήθελον


τρέξειν του βίου·    




Xείρες κεραυνοφόροι,

μόνον νώτα υποφέροντα

τας πληγάς· αν το δίκρανον

του Παρνασσού λιγύφθογγον

σπήλαιον εσίγα.  



Δια παντός μοιράσατε

θείαι παρθένοι την δίκην·

δια παντός χαρίσατε

των ανθρώπων αισθήσεις

υψηλονόους.  



Αφρίζουν τα ποτήρια

της αδικίας, δυνάσται

πολλοί και διψασμένοι

ιδού τ' αδράχνουν· γέμουσι

μέθης και φόνου.  



Tώρα ναι τώρα αστράψατε

ω Mούσαι, τώρα αρπάξατε

την πτερωτήν βροντήν,

κατά σκοπόν βαρέσατε

μ' εύστοχον χείρα.



Φυλάξατε τους ύμνους

δια τους δικαίους· μόνον

εις αυτούς την ειρήνην,

και τους χρυσούς στεφάνους

εις αυτούς δότε.



Ήτον ποτέ η εννέα

Oλύμπιαι φωναί

εκεί οπού χορεύουσι

της ημέρας η κόραι

λαμπαδηφόροι.



Ήκουον μόνον οι κύκλοι

των ουρανών, την σύμφωνον

θεόπνευστον ωδήν,

και τον αέρα ακίνητον

είχε η γαλήνη.



Αλλ' ότε το μειδίασμα

του θεού των ερώτων,

τον Kιθαιρώνα εσκέπασε

με' θύμον και με' κλήματα

σταφυλοφόρα·



Eκεί ο ρυθμός επέραστος

καταβαίνων, το βλέμμα

των γηγενέων δρακόντων

εχάθη, ως τα χαράγματα

χάνεται ο ύπνος.



Tου θεσπεσίου γέροντος

ιερά κεφαλή·

φωνή ευτυχής 'πού ευφήμησας

της κλεινής Αχαΐας

τ' άριστα τέκνα.



Eσύ θαυμάσιε Όμηρε

εξένισας τας Mούσας·

και του Διός η κόραι

εις τα χείλη σου απέθηκαν

το πρώτον μέλι.  



Eις τιμήν των θεών

εφύτευσας την δάφνην·

είδον πολλοί αιώνες

το φυτόν ευθαλές

υπερακμάζον.  



Mέσα εις το θείον στέλεχος

τι δεν εθησαυρίσατε

τα σίμβλα αιωνίως;

τι ω αώνιαι μέλισσαι

το παραιτείτε;



Όταν εις την αθλίαν

Eλλάδα από τα έσχατα

της ερυθράς θαλάσσης

των αραβίων πετάλων

ήλθεν ο κτύπος·



Eκεί προς τα λουτρά

όπου τας τρίχας πλύνουσι

των φοιβηΐων η Ώραι,

τότε δικαίως εφύγατε

ω Πιερίδες.



Kαι τώρα εις τέλος φέρετε

την μακράν ξενιτείαν.

χρόνος χαράς επέστρεψε,

και λάμπει τώρα ελεύθερον

το Δέλφιον όρος.



Pέει καθαρόν το αργύριον

της Iπποκρήνης· κράζει,

όχι τας ξένας, κράζει

σήμερον η Eλλάς

τας θυγατέρας.



Ήλθετε, ω Mούσαι, ακούω,

και χαίρουσα πετάει

πετά η ψυχή μου, ακούω

των λυρών τα προοίμια,

ακούω τους ύμνους.




ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ ( "Η ΛΥΡΑ" - 1824)


Πέμπτη 9 Απριλίου 2009

ΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΝ (ΩΔΗ ΤΡΙΤΗ)

Εις τούτον τον ναόν,
των πρώτων Χριστιανών
παλαιότατον κτίριον,
πώς ήλθον; πώς ευρίσκομαι
γονατισμένος;   

Όλην την Οικουμένην
σκεπάζουν σκοτεινά,
ήσυχα, παγωμένα,
τα μεγάλα πτερά
της βαθείας νύκτας.    

Εδώ σίγα· κοιμώνται
των αγίων τα λείψανα·
σιγά εδώ, μη ταράξης
την ιεράν ανάπαυσιν
των τεθνημένων.    

Ακούω του λυσσώντος
ανέμου την ορμήν·
κτυπά με βίαν· ανοίγονται
του ναού τα παράθυρα
κατασχισμένα.    

Από τον ουρανόν,
όπου τα μελανόπτερα
σύννεφα αρμενίζουν,
το ψυχρόν της αργύριον
ρίπτει η σελήνη.   

Και ένα κρύον φωτίζει
λευκόν, σιγαλόν μάρμαρον·
σβησθέν λιβανιστήριον,
κερία σβηστά και κόλυβα
έχει το μνήμα.    

Ω παντοδυναμότατε!
τι είναι; τι παθαίνω;
ορθαί εις την κεφαλήν μου
στέκονται η τρίχες!... λείπει
η αναπνοή μου!    

Ιδού, η πλάκα σείεται...
ιδού από τα χαράγματα
του μνήματος εκβαίνει
λεπτή αναθυμίασις
κ' εμπρός μου μένει.    

Επυκνώθη· λαμβάνει
μορφήν ανθρωπικήν.
- Τι είσαι; ειπέ μου, πλάσμα,
φάντασμα του νοός μου
τεταραγμένου;   
 
Ή ζωντανός είσ' άνθρωπος,
και κατοικείς τους τάφους;
Χαμογελάεις;... αν άφηκας
τον άδην... ή ο παράδεισος
ειπέ μου αν σ' έχη.    

-Μη μ' ερωτάς· το ανέκφραστον
μυστήριον του θανάτου
μην ερευνάς· τα στήθη,
τα στήθη 'που σ' εβύζασαν
εμπρός σου βλέπεις.   

 Ω τέκνον μου, ω τέκνον μου,
αγαπητόν μου σπλάγχνον,
ανόμοιος είναι η μοίρα μας,
και προσπαθείς ματαίως
'να με αγκαλιάσης.    

Παύσε τα δάκρυα. Ησύχασε
το πάθος της καρδιάς σου.
Αν η χαρά η ανέλπιστος,
ότι με είδες, βρέχη
τους οφθαλμούς σου·    

Μειδίασον, χαίρου, φίλε μου,
μάλλον· αλλ' αν η πίκρα,
ότι τον ήλιον άφηκα,
τώρα σε κυριεύη,
παρηγορήσου.    

Τι κλαίεις; την κατάστασιν
αγνοείς της ψυχής μου·
και εις τούτο το μνήμα
το σώμα μου αναπαύεται
από τους κόπους.    

Ναι, κόπος ανυπόφερτος
είναι η ζωή· η ελπίδες,
οι φόβοι, και του κόσμου
η χαραί και το μέλι
σας βασανίζουν.  

Εδώ ημείς οι νεκροί
παντοτινήν ειρήνην
απολαύσαμεν, άφοβοι,
άλυποι, δίχως όνειρα
έχομεν ύπνον.   

Σεις οι δειλοί αχνύζετε,
όταν τις ψιθυρίση
τ' όνομα του θανάτου·
αλλ' άφευκτος ο θάνατος,
άφευκτος είναι.    

Μία και μόνη είναι
η οδός, και εις τον τάφον
φέρνει· εις αυτήν η ανάγκη
αμάχητον με' χείρα
ωθεί τους ζώντας.    

Υιέ μου, πνέουσαν μ' είδες·
ο ήλιος κυκλοδίωκτος,
ως αράχνη, μ' εδίπλωνε
και με φως και με θάνατον
ακαταπαύστως.    

Το πνεύμα οπού μ' εμψύχωνε
του Θεού ήταν φύσημα,
και εις τον Θεόν ανέβη·
γη το κορμί μου, κ' έπεσεν
εδώ εις τον λάκκον.    

Αλλά το φέγγος χάνεται
της σελήνης· σε αφίνω·
πάλιν θέλω σε ιδείν,
ότε η ζωή σου λείψη,
και τότε μόνον.   

Με την ευχήν μου ύπαγε·
άλλο δεν λέγω· θέλω
εις την συνείδησίν σου
τα λοιπά φανερώσειν
 ύστερον... χαίρε...    

Τέκνον μου, χαίρε... - Πρόσμενε
τον υιόν λυπημένον
μη παραιτήσεις. Έπεσε.
Και μένουν οι οφθαλμοί μου
εις βαθύ σκότος.    

Ω φωνή, ω μητέρα,
ω των πρώτων μου χρόνων
σταθερά παρηγόρησις·
όμματ' οπού μ' εβρέχατε
με γλυκά δάκρυα!    

Και συ στόμα οπού εφίλησα
τόσαις φοραίς, με τόσην
θερμοτάτην αγάπην,
πόση άπειρος άβυσσος
μας ξεχωρίζει!   

Αι, και άπειρος, ας είναι
κ' έτι φοβερωτέρα·
εκεί μέσα ατάρακτος
θέλω εγώ συντριφθείν
 γυρεύοντάς σας.    

Τώρα, τώρα τα χείλη μου
δύνανται 'να φιλήσουν
του θανάτου τα γόνατα·
'να στέψω το κρανίον του
δύναμαι τώρα.    

Πού είναι τα ρόδα; φέρετε
στεφάνους αμαράντους·
την λύραν δότε· υμνήσατε·
ο φοβερός εχθρός
έγινε φίλος·    

Κείνος οπού το μέτωπον
τρυφερών γυναικών
αγκάλιασε, πώς δύναται
εις ανδρικήν καρδίαν
'να ρίψη φόβον;    

Ποίος άνθρωπος εις κίνδυνον
είναι; τώρα οπού βλέπω
τον θάνατον με θάρρος,
εγώ κρατώ την άγκυραν
της σωτηρίας.    

Εγώ τώρα εξαπλώνω
ισχυράν δεξιάν
και την άτιμον σφίγγω
πλεξίδα των τυράννων
δολιοφρόνων.    

Εγώ τα σκήπτρα στάζοντα
αίματος και δακρύων
καταπατώ· και καίω
της δεισιδαιμονίας
το βαρύ βάκτρον.    

Επάνω εις τον βωμόν
της αληθείας, τα σφάγια
τώρα εγώ ρίπτω· μ' άφθονα
τον λίβανον σωρεύω,
μ' άφθονα χέρια.    

Ως απ' ένα βουνόν
ο αετός εις άλλο
πετάει, καιγώ τα δύσκολα
κρημνά της αρετής
ούτω επιβαίνω.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ - ΩΔΑΙ

Το βίντεο είναι του dimitriosdoulias από το http://www.youtube.com/dimitriosdoulias