Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ




'Εχουν και οι αισθήσεις την δική τους χημεία, όπως εκείνα τα πέραν των δέκα χαϊδευτικά δάχτυλα με των δύο ποιοτήτων δέρματα, ή το παρασκεύασμα κυανού από ουλτραμαρίνα με οξύ νερό της βερβένας..τέλος, last but not least, τα παραδοσιακώς αντίθετα, λεμόνι και ζάχαρη, όπως εδώ και αιώνες βρίσκουμε να συμβιούν ειρηνικά στον βυθό ενός κυπέλλου με καυτό τσάι.


Αχ αγάπη, πως καταφέρνεις ν'αποχωρίζεσαι απ' το στοιχείο του έρωτα! Πως τ'αφήνεις να φτάνει σε μιαν ύστατη έκρηξη και να εξαντλείται, τη στιγμή που εσύ ατάραχη συντηρείσαι και ανεβαίνεις όπως το λάδι πάνω απ' το νερό, για να κρατήσεις αναμμένη την φλόγα μιας ατελεύτητης ημέρας.


Με την κάθε μέρα που ζούμε γινόμαστε άθελά μας εκατομμυριούχοι θραυσμάτων από εικόνες που γεννάει το μέσα μας ασήμαντον.  'Οποιον δεν έτυχε να δει ποτέ του με πόση γρηγοράδα και χάρη ανεβοκατεβαίνει μέρα νύχτα και συναποκομίζει από το έδαφος άπειρα μικροπραγματάκια, σποράκια, πετρίτσες, φυλλαράκια, πευκοβελόνες, άχυρα και πούπουλα, μια μητέρα νεοσσών ώστε να μπορέσει να στεγάσει τα παιδιά της..όποιος δεν ξύπνησε τ' άλλο πρωί να βρει μια φωλιά στο γείσο της ταράτσας του και να σαστίσει απ'αυτό το στιγμαίο μήνυμα ζωής και μαγικής μαστορίας, δεν θα μπορέσει να καταλάβει πως με το ίδιο τιποτένιο υλικό, αποκόμματα εικονογραφημένων περιοδικών, κάποτε και βιβλίων, μπορεί να φτάσει κανείς, με μιαν ανάλογη μαγική μαστοριά, στην τεχνική της συνεικόνας..και κατ'αναλογίαν να δώσει το όραμα ενός κόσμου όπου το γραφικό σήμα παίρνει τη θέση απλού ψηφίου και να μεταδώσει άλλου είδους ποιητικά μηνύματα, όσο κι αν η γραφή πάντοτε βγαίνει πρώτη στην τελική αναμέτρηση.


Υπήρξαν μερικές περίοδοι που τις χαρήκαμε όπως ο τρελός την ελευθερία του .  Το γραφείο μου - κείνο της αφανούς γεωμετρίας- κόντευε σχεδόν να μεταβληθεί σε προξενείο εμμόνων ιδεών και υπερβατικών σχημάτων.  Κόρες του Αγίου Βορρά με υελώδη ωμοφόρια και άλλες με άλω χρυσή και προκαθορισμένη μέσα στο θερινό κατά τ' άλλα εορτολόγιο θέση..βάρκες πρηνείς μέσα στα πρίνα ή μόλις ξυμυτίζοντας απ'την κρυψώνα τους..κομμάτια θάλασσας όπως κανείς ποτέ δε τα 'δε, ιππάρια κυματοειδή, αύλακες αφρού περιουσίου.  Μιλώ για κάτι που είναι και όχι.  Κείνο το καίριο κι ένα, που το βρίσκεις σε μια πρώτη σελίδα κοριτσιού κι ώσπου να το 'ξηγήσεις, χάνεται.
Εχουμε τόσο πολύ τριφτεί πάνω στην κοινωνία και το κοινωνικό ψεύδος που και η ασήμαντη αλήθεια, ευθέως διατυπωμένη, μοιάζει παραδοξολογία.


Στην διάρκεια ενός σιγαρέττου που είναι η ζωή μας και όπου χαιρόμαστε και αυτοκαταστρεφόμαστε όπως άλλωστε και στους έρωτες, τις απόπειρες δημιουργίες, και οπουδήποτε αλλού, το μόνο φωσάκι που δεν σβήνει ακόμη κι αν ο χρόνος μας το πατά χάμω είναι το κάλλος.
Η απειροελάχιστη στιγμή όπου γευτήκαμε το κάλλος και την ενσωματώσαμε μια για πάντα μες στην ιδιωτική μας αιωνιότητα. 
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (Ο Κήπος με τις Αυταπάτες)




Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009

Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη...





ΣΑΒΒΑΤΟ 31 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2009 το μεσημέρι στις 12:00 
ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥ 7 

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ 
παρουσιάζει το βιβλίο του 
"ΜΗ ΦΕΥΓΕΤΕ, ΚΥΡΙΕ ΕΥΧΕΤΗ"


"Κι έτσι παντοδύναμος, γονάτισα μπροστά σου, 
για να δω να ορθώνεται 
το μεγαλείο της ταπεινότητάς σου. 
Και είπα, ποιος αλήθεια, ποιός θα δει τα δάκρυά σου.  
Και ποιος να κουβεντιάζει τώρα 
με τα υπέροχα φαντάσματα 
του παρελθόντος σου.  
Βέβαια, εκείνοι νόμισαν 
πως σκότωσαν το παιδί μέσα μου 
και ότι ήσουν τόσο όμορφη, 
που δεν χωρούσες στην ψυχή μου. 
Γελάστηκαν. 
Κι εσύ, πανέμορφη, 
κατέκτησες τη χώρα της σιωπής μου."


"Αυτή η λαχτάρα για συνομιλία κρύβει 
τη μεγάλη έλλειψη, 
τη δίψα κρύβει των ηττημένων, που τραγουδούν 
για να καλύψουν το κλάμα τους, 
όπως φωνάζαμε παιδιά τις νύχτες στα σοκάκια 
για να νικήσουμε τον φόβο μας, 
εκείνο το φόβο των σκιών 
που ξέραμε ότι είναι χαμένες στο σκοτάδι, 
γνωρίζαμε πως υπήρχαν απειλητικές 
και θα το διαπιστώναμε με γκρίζα μαλλιά πια, 
ότι οι σκιές δεν χάνονται ποτέ, 
μας συνοδεύουν μέρα και νύχτα, στο φως και στο σκοτάδι μας συνοδεύουν, 
 άλλωστε χωρίς εμάς πώς να υπάρξουν, 
κι εμείς συνεχίζουμε αυτά τα τραγούδια 
και την προσπάθεια αυτής της καταραμένης 
και ιερής συνομιλίας, που φωνάζει 
ότι υπάρχουμε και ως ποιητές 
υποχθόνιοι και υστερόβουλοι, 
μεγάθυμοι και πάντοτε ωραίοι, 
ξέρουμε πως και μετά θάνατον 
θα προκαλούμε συνομιλίες μονοσήμαντες, 
γιατί θα τους μιλούν οι στίχοι μας, 
αλλά ποτέ η φωνή μας."

"..'Ισως δεν το πιστέψεις, αλλά για λογαριασμό
 των άλλων αγανακτώ. 
Για λογαριασμό του πολιτισμού μας.  
Αγανακτώ με τη βαρβαρότητα, ως μέσου υποβολής. 
Αγανακτώ και μόνο με την πρόθεση επιβολής. 
Τη θεωρώ κτηνώδη, ευτελή, ανάξια ανθρώπων. 
Και είναι από τις στιγμές που πικραίνομαι. 
 Κι αναλογίζομαι, τόσο έργο, 
τόσος αγώνας πήγαν χαμένα? 
Δεν βλέπω να αντιδρούν όσοι πνευματικοί άνθρωποι 
τάχτηκαν ιστορικά να "φυλάγουν Θερμοπύλες". 
Να υπερασπίζονται τα στοιχειώδη 
ανθρώπινα δικαιώματα. 
Λύπη βαθιά..."

"..Τρομάζω. Τώρα πια τρομάζω. 
Βλέπω την υποκατάσταση θεσμών, που στηρίζουν δημοκρατία και δικαιώματα, 
από ανθρωπάρια της τηλεχαύνωσης,τα οποία κρίνουν, εκθέτουν, δικάζουν, αποφασίζουν, καταδικάζουν, μέμφονται, λοιδορούν, 
αφανίζουν κάθε έννοια ανθρώπινης αξιοπρέπειας 
και προστασίας στοιχειωδών δικαιωμάτων. 
Βλέπω πρωτοσέλιδα, να διασύρουν ανθρώπους, 
να τραυματίζουν αξιοπρέπειες, 
με φήμες σερβιρισμένες σαν είδηση.  
Και πιο πολύ τρομάζω για την ατομική 
και συλλογική απάθεια, 
για την έλλειψη κάθε αντίδρασης.  
Τρομάζω, αλλά δε θα το δεις.  
Τώρα πια τρομάζω που, που ...τρομάζω.."

"..Λιποτάκτης είναι αυτός που αρνείται να δεχτεί 
πως έχουν νόημα οι αγώνες των συγχρόνων. 
Που αρνείται να δει το τραγικό μεγαλείο στις σφαγές. 
Που απεχθάνεται την ιδέα να συμμετέχει 
σαν γελωτοποιός στην κωμωδία της ιστορίας...."

"-Αγαπάς, Τέρπανδρε ?
-Τι εννοείτε?
-Αυτό που ακούς εννοώ. Αγαπάς?
-Ναι. Πολύ. Αγαπάω. Μοιράζομαι...
-Με ό,τι συνεπάγεται αυτό?
-Α, λέτε την ευθύνη, την αγωνία...το τίμημα..το..
-Να αγαπάς.  Είναι το σημαντικότερο που θα μπορούσες.  Είναι πάνω από τη δημοσιογραφία σου. Κι από την Ποίηση και τη δημιουργία.  Πολύ πιο πάνω. 
Να αγαπάς, Τέρπανδρε.
-Κύριε Ευχέτη...
-....
-Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη. Μη....

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ (Αποσπάσματα)



Πληροφορίες για τον συγγραφέα  από τη Βικιπαίδεια

Ο Γιώργος Δουατζής είναι Έλληνας ποιητής και δημοσιογράφος.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1948.  Σπούδασε Οικονομία - Κοινωνιολογία.

Μέλος της ΕΣΗΕΑ. Από το 1974 μέχρι σήμερα έχει εργαστεί:

  • σε εφημερίδες ( ΤΑ ΝΕΑ – ΕΘΝΟΣ – ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ – ΑΘΗΝΑΪΚΗ - ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)
  • σε περιοδικά ( «Κ» - ΕΨΙΛΟΝ - ΕΙΚΟΝΕΣ - ΧΡΟΝΟΣ )
  • σε τηλεοπτικούς σταθμούς ( ΕΡΤ – ΑΝΤΕΝΝΑ – ΣΤΑΡ ) και
  • σε ραδιοφωνικούς σταθμούς ( ΔΙΑΥΛΟΣ 10 – ΕΡΑ 2 – ΑΘΗΝΑ 984 )
  • Στην έντυπη δημοσιογραφία ως ελεύθερος ρεπόρτερ, αρθρογράφος, πολιτικός αναλυτής, διευθυντής σύνταξης.
  • Στην τηλεόραση, ντοκιμαντέρ, έρευνες, πολιτικές συζητήσεις, πορτραίτα προσωπικοτήτων. διευθυντής ειδήσεων - ενημέρωσης ( ΕΡΤ).

Διδάσκει σε Σχολές Δημοσιογραφίας, εισηγητής σε συνέδρια για θέματα Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

Γράφει ποίηση συστηματικά από την εφηβεία του. Πρώτη του εμφάνιση το 1971, στην Ποιητική Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Γενιάς των εκδόσεων Άγκυρα.

ΒΙΒΛΙΑ

  • Γραφτά- 1976,
  • Τοπική Αυτοδιοίκηση – 1986,
  • Τα Μικρά – 1996,
  • Απάνθισμα Τάσου Λειβαδίτη – 1997,
  • Προς Δέκα Επιστολή – 2001,
  • Προς Δέκα Επιστολή – Τα Ανεπίδοτα – 2003 - Εξάντας,
  • Σπονδές – 2004 - Εξάντας,
  • Τα Μικρά Β’ - Εξάντας,
  • Το Κουμπί - Εξάντας,
  • Τα κόκκινα παπούτσια - Εξάντας,
  • Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη - Λιβάνης - 2008  




Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

Η ΣΙΓΗ

Απόσπασμα από την Α Σ Κ Η Τ  Ι Κ Η  του ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Μια Φλόγα είναι η ψυχή του ανθρώπου· ένα πύρινο πουλί, πηδάει από κλαρί σε κλαρί, από κεφάλι σε κεφάλι, και φωνάζει: "Δεν μπορώ να σταθώ, δεν μπορώ να καώ, κανένας δεν μπορεί να με σβήσει!"

Δέντρο φωτιά γίνεται ολομεμιάς το Σύμπαντο. Ανάμεσα από τους καπνούς κι από τις φλόγες, αναπαμένος στην κορυφή της πυρκαγιάς, κρατώ αμόλευτο, δροσερό, γαλήνιο, τον καρπό της φωτιάς, το Φως.

Από την αψηλή τούτη κορυφή κοιτάζω την κόκκινη γραμμή που ανηφορίζει· τρεμάμενο αίματερό φωσφόρισμα, που σούρνεται σαν έντομο ερωτεμένο μέσα από τους αποβροχάρικους γύρους του μυαλού μου.

Εγώ, ράτσα, άνθρωποι, γης, θεωρία και πράξη, Θεός, φαντάσματα από χώμα και μυαλό, καλά για τις απλοϊκές καρδιές που φοβούνται, καλά για τις ανεμογγάστρωτες ψυχές που θαρρούν πως γεννούνε.

Από που ερχόμαστε; Που πηγαίνουμε; Τι νόημα έχει τούτη η ζωή; φωνάζουν οι καρδιές, ρωτούν οι κεφαλές, χτυπώντας το χάος.

Και μια φωτιά μέσα μου κίνησε ν΄ απαντήσει. Θα ΄ρθει μια μέρα, σίγουρα, η φωτιά να καθαρίσει τη γης. Θα ΄ρθει μια μέρα, σίγουρα, η φωτιά να εξαφανίσει τη γης. Αυτή είναι η Δευτέρα Παρουσία.

Μια γλώσσα πύρινη είναι η ψυχή κι αγλείφει και μάχεται να πυρπολήσει τον κατασκότεινο όγκο του κόσμου. Μια μέρα όλο το Σύμπαντο θα γίνει πυρκαγιά.

Η φωτιά είναι η πρώτη κι η στερνή προσωπίδα του Θεού μου. Ανάμεσα σε δυο μεγάλες πυρές χορεύουμε και κλαίμε.

Λαμποκοπούν, αντηλαρίζουν οι στοχασμοι και τα κορμιά μας. Γαλήνιος στέκουμαι ανάμεσα στις δυο πυρές κι είναι τα φρένα μου ακίνητα μέσα στον ίλιγγο και λέω:

Πολύ μικρός είναι ο καιρός, πολύ στενός είναι ο τόπος ανάμεσα στις δυο πυρές, πολύ οκνός είναι ο ρυθμός ετούτος της ζωής· δεν έχω καιρό, δεν έχω τόπο να χορέψω! Βιάζουμαι!

Κι ολομεμιάς ο ρυθμός της γης γίνεται ίλιγγος, ο χρόνος εξαφανίζεται, η στιγμή στροβιλίζεται, γίνεται αίωνιότητα, το κάθε σημείο -θες έντομο, θες άστρο, θες Ιδέα· γίνεται χορός.

Ήταν φυλακή, κι η φυλακή συντρίβεται κι οι φοβερές δυνάμες μέσα λευτερώνουνται και το σημείο δεν υπάρχει πια!

Ο ανώτατος αυτός βαθμός της άσκησης λέγεται: Σιγή. Όχι γιατί το περιεχόμενο είναι η ακρότατη άφραστη απελπισία για η ακρότατη άφραστη χαρά κι ελπίδα. Μήτε γιατί είναι η ακρότατη γνώση, που δεν καταδέχεται να μιλήσει, για η ακρότατη άγνοια, που δεν μπορεί.

Σιγή θα πει: Καθένας, αφού τελέψει τη θητεία του σε όλους τους άθλους, φτάνει πια στην ανώτατη κορφή της προσπάθειας· πέρα από κάθε άθλο, δεν αγωνίζεται, δε φωνάζει· ωριμάζει αλάκερος σιωπηλά, ακατάλυτα, αιώνια με το Σύμπαντο.

Αρμοδέθηκε πια, σοφίλιασε με την άβυσσο, όπως ο σπόρος του αντρός με το σπλάχνο της γυναίκας.

Είναι πια η άβυσσο η γυναίκα του και τη δουλεύει, ανοίγει, τρώει τα σωθικά της, μετουσιώνει το αίμα της, γελάει, κλαίει, ανεβαίνει, κατεβαίνει μαζί της, δεν την αφήνει!

Πώς μπορείς να φτάσεις στο σπλάχνο της άβυσσος και να την καρπίσεις; Αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί, δεν μπορεί να στριμωχτεί σε λόγια, να υποταχτεί σε νόμους· καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτερος.

Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν΄ ανοίξει δρόμο. Δρόμος ν΄ ανοιχτεί δεν υπάρχει.

Καθένας, ανεβαίνοντας απάνω από τη δική του κεφαλή, ξεφεύγει από το μικρό, όλο απορίες μυαλό του.

Μέσα στη βαθιά Σιγή, όρθιος, άφοβος, πονώντας και παίζοντας, ανεβαίνοντας ακατάπαυτα από κορυφή σε κορυφή, ξέροντας πως το ύψος δεν έχει τελειωμό, τραγουδά, κρεμάμενος στην άβυσσο, το μαγικό τούτο περήφανο ξόρκι:

ΠΙΣΤΕΥΩ Σ΄ ΕΝΑ ΘΕΟ, ΑΚΡΙΤΑ, ΔΙΓΕΝΗ, ΣΤΡΑΤΕΥΟΜΕΝΟ, ΠΑΣΧΟΝΤΑ, ΜΕΓΑΛΟΔΥΝΑΜΟ, ΟΧΙ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟ, ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ ΣΤ΄ ΑΚΡΟΤΑΤΑ ΣΥΝΟΡΑ, ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΔΥΝΑΜΕΣ, ΤΙΣ ΟΡΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΟΡΑΤΕΣ.

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤ΄ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΠΟΥ ΠΗΡΕ Ο ΘΕΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΚΑΙ ΞΕΚΡΙΝΩ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΥΤΗ ΡΟΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ.

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΟΝ ΑΓΡΥΠΝΟ ΒΑΡΥΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ, ΠΟΥ ΔΑΜΑΖΕΙ ΚΑΙ ΚΑΡΠΙΖΕΙ ΤΗΝ ΥΛΗ· ΤΗ ΖΩΟΔΟΧΑ ΠΗΓΗ ΦΥΤΩΝ, ΖΩΩΝ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ.

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟ ΧΩΜΑΤΕΝΙΟ ΑΛΩΝΙ, ΟΠΟΥ ΜΕΡΑ ΚΑΙ ΝΥΧΤΑ ΠΑΛΕΥΕΙ Ο ΑΚΡΙΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ.

"ΒΟΗΘΕΙΑ!" ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ. "ΒΟΗΘΕΙΑ!" ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ, ΚΙ ΑΚΟΥΩ.

ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΟΙ ΡΑΤΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΚΙ ΟΛΗ Η ΓΗΣ, ΑΚΟΥΜΕ ΜΕ ΤΡΟΜΟ, ΜΕ ΧΑΡΑ, ΤΗΝ ΚΡΑΥΓΗ ΣΟΥ.

ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΑΚΟΥΝ ΚΑΙ ΧΥΝΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΟΥΝ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: "ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΜΟΝΑΧΑ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ."

ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΑΝ, ΣΜΙΓΟΥΝ ΜΑΖΙ ΣΟΥ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: "ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ."

ΚΑΙ ΤΡΙΣΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΚΡΑΤΟΥΝ, ΚΑΙ ΔΕ ΛΥΓΟΥΝ, ΑΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΟΥΣ, ΤΟ ΜΕΓΑ, ΕΞΑΙΣΙΟ, ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ:

ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥΤΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!

ΤΕΛΟΣ

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2008

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ....

Τα σπίτια....φυτρώνουν κι αυτά σαν τα λουλούδια,
μαραίνονται κι αυτά με τα χρόνια,
άμα παίζαμε το βίντεο της ζωής μας γρήγορα,
θα μέναμε εκστατικοί.

Μπαίνεις για πρώτη φορά αγκαλιά στα χέρια σπίτι μόλις γεννιέσαι,
βγαίνεις μετά αγκαλιά ή με το καρότσι,
μετά με τα παπούτσια σου,
τα πρώτα,
μετά με ένα παιχνίδι στο χέρι,
ένα σκούφο μέχρι τα μάτια
και το άλλο χέρι, στο χέρι του πατέρα ή της μάνας...

Μετά κρατάς μια σάκκα,
μετά μόνο τα κλειδιά και ένα πουλόβερ,
"που ήσουνα τόσες ώρες",
"άσε μας ρε μάνα"...

και από 'κει και μετά όλο κάτι κρατάς...
τη πρώτη σου βαλίτσα για την εκδρομή,
τον έρωτά σου,
που τον φέρνεις σπίτι όταν λείπουν οι δικοί σου,

μετά κρατάς το δικό σου παιδί εσύ,
και το φέρνεις,
μετά κρατάς τους δικούς σου,
που μεγάλωσαν και τους πας όπου θέλουν,
σε καμία θεία ή σε κανένα γιατρό,

μετά κρατάς το στόμα σου κλειστό
και λες λίγα μεσ'το σπίτι..

μετά κρατάς τα έπιπλα για να περπατήσεις,
όλα από μια πόρτα περνάνε..

όλα περνάνε..
η ζωή η ίδια, είναι ένα πέρασμα..
"περνάς καλά",
"να περάσεις καλά",
"περαστικά",
"περαστικός ήμουν",
έτσι έπρεπε να λες..

ο έρωτας, όταν έρχεται
και σε βρίσκει απροειδοποίητα,
και μεις του λέμε "περάστε",
"περάστε παρακαλώ"
και τον κοιτάμαι όλο πόθο,
λες και είναι παντοτινός...

ΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2008

ΓΙΑ ΤΟ ΑΕΡΙΚΟ.. ." ΕΥΤΥΧΩΣ ΜΑΣ ΕΜΕΙΝΕ Η ΡΟΚΙΑ"


"Φάλτσο η πορεία", φίλε μου.
Οταν μας φώναζαν οι γέροι ναυτικοί να πάρουμε μαζί μας

μια πυξίδα, βγάζαμε γλώσσα και τους κοροϊδεύαμε.

Η θάλασσα είναι δική μας, τους απαντούσαμε.

Ο ουρανός είναι δικός μας. Η γη είναι δική μας. Πώς θα χαθούμε?


Στο κάτω κάτω, υπάρχει ο πολικός αστέρας.

Ποιά είναι η ρότα σας. Επέμεναν αυτοί.

Κι εμείς κομπάζαμε και κάναμε γκριμάτσες πίσω απ'τη πλάτη τους.

'Η και μπροστά τους. Δεν είχαμε ενδοιασμούς.

"Φάλτσο η πορεία" φίλε, τελικά.

Κι ούτε που προλάβαμε ν'ανοιχτούμε στους μεγάλους ωκεανούς.

Τίποτα δεν ανακαλύψαμε σπουδαίο σ'αυτό το ταξίδι.

Η αίσθηση μονάχα πως τα λιμάνια ήταν μακριά.

Η βεβαιότητα μονάχα πως τα δελφίνια χόρευαν για μας.

"Φάλτσο η πορεία"! Κανείς δεν αμφιβάλλει πια.

Ομως...Υπάρχουν πάντα κάποια δειλινά, όταν ο ήλιος

σκορπιέται και χαρίζεται στα κύματα, όταν ο Θεός

χωράει σ'ένα μικρό ροδί συννεφάκι, που εμείς, καθισμένοι

στην κουβέρτα, παίρνουμε την κιθάρα μας και τραγουδάμε.


Οχι, δεν είμαστε πικραμένοι.

Ναυαγοί είμαστε σε μιαν απέραντη νοσταλγία.

Τραγουδάμε για την ψυχή μας, που νομίσαμε πως θα

την κάνουμε σημαία της γης.

Για τα ξύλινα αλογάκια και τις καραμούζες μας που

ξεκινήσαμε να κατατροπώσουμε τον εχθρό.

Για τις αφίσες με τα ουράνια τόξα που δεν κολλήσαμε.

Για το παραμύθι που δεν είπαμε.

Για τον κόσμο που δε χώρεσε στ' όνειρό μας.

Για τον πολικό αστέρα που μας πρόδωσε.


Τραγουδάμε για την αγάπη που δε γνωρίσαμε.

Για τον έρωτα που κρεμάσαμε φεύγοντας στα κλαδιά

της γιασεμιάς. (Αραγε υπάρχει πάντα αυτή η γιασεμιά?)

Για το χάδι που αψηφήσαμε.

Για την ανθοδέσμη που δε στείλαμε στη μάνα μας.

Για την ανατροπή που ξεκινήσαμε, τρώγοντας

μπισκότα με γέμιση σοκολάτας.

Για τα κοχύλια που μαζέψαμε και δεν μοιράσαμε.


Τραγουδάμε για τη νίκη που δε γιορτάσαμε.

Για την ήττα που δεν υπογράψαμε.

Για τους φίλους που μας έδωσαν.

Τραγουδάμε για μας. Για το βίτσιο μας. Για το φάλτσο μας.

Αυτό εννοούν, όταν ακούτε να λένε,
"τους έμεινε μόνο η ροκιά".
ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ


Κυριακή 6 Απριλίου 2008

ΕΝΔΥΜΑΤΑ

(under the bridge)
Mέσα σ' ένα κιβώτιο ή μέσα σ' ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο
θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου.

Tα ρούχα τα κυανά.
Kαι έπειτα τα κόκκινα, τα πιο ωραία αυτά από όλα.
Kαι κατόπιν τα κίτρινα.
Kαι τελευταία πάλι τα κυανά,
αλλά πολύ πιο ξέθωρα αυτά τα δεύτερα από τα πρώτα.

Θα τα φυλάξω με ευλάβεια και με πολλή λύπη.

Όταν θα φορώ μαύρα ρούχα,
και θα κατοικώ μέσα σ' ένα μαύρο σπίτι,
μέσα σε μια κάμαρη σκοτεινή,
θα ανοίγω καμιά φορά το έπιπλο με χαρά,
με πόθο, και με απελπισία.

Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι την μεγάλη εορτή
-που θα είναι τότε όλως διόλου τελειωμένη.

Όλως διόλου τελειωμένη.
Tα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες στες αίθουσες.
Πιάτα και ποτήρια σπασμένα κατά γης.
Όλα τα κεριά καμένα ώς το τέλος.
Όλο το κρασί πιωμένο.
Όλοι οι καλεσμένοι φευγάτοι.
Mερικοί κουρασμένοι θα κάθονται ολομόναχοι,
σαν κ' εμένα, μέσα σε σπίτια σκοτεινά
- άλλοι πιο κουρασμένοι θα πήγαν να κοιμηθούν.

Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ από τα
Kρυμμένα Ποιήματα 1877 - 1923

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2008

Η τελευταία

(Eurydice on ice no.3-Created by Sebcaen Ylysses
non-commercial, some rights reserved)
(Είναι εδώ; Είναι εκεί; Έφυγε; Θα ’ρθει; Πού είναι; Η τελευταία;)
Α! Το δάσος πέρα. Ένα τραπεζάκι κάτω από τ' απόμερο πεύκο. Και η νύχτα που ερχόταν σιγά σιγά για να μην τη νιώσουμε. Η βοή του βραδινού ανέμου στα κλαδιά. Τα λόγια που έλειπαν. Τα χέρια ωχρά. Τα μάτια και τ' αστέρια.
μεσάνυχτα. Τίποτε απ' όλα δεν είχε ειπωθεί.
(Ψέματα; Ψέματα; Παιχνίδι φιλαρέσκειας; Περιέργεια; Εγωισμός;)
Κι άλλοτε η θάλασσα. Τα πλοία που έφευγαν στον ορίζοντα παίρνοντας τα όνειρά μας. Ο φλοίσβος με τις υποσχέσεις του. Εκεί πάνω στο βράχο τ' άφθονα και ανεξήγητα δάκρυα. Η μοναξιά στο απέραντο. Τα φιλιά. Η ψυχή...
(Τίποτε; Τίποτε; Παιδικότητες; Ρομαντισμός; Αυταπάτη;)
Aλλες φορές η αυγή αναπάντεχη και προδοτική. Από δρομάκια το κουραστικό γύρισμα. Οι πρώτοι θόρυβοι της ημέρας. Η γλυκιά μεταμέλεια στο πρόσωπο που φωτιζόταν ολοένα. Το χαίρε...
(Έφυγε; Δε θα ’ρθει πια; Τελευταία;)

Κώστας Καρυωτάκης-Κείμενα

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2008

Ο κήπος της Αχαριστίας

Θα καλλιεργήσω το ωραιότερο άνθος.
Στις καρδιές των ανθρώπων θα φυτέψω την Αχαριστία.
Ευνοϊκοί είναι οι καιροί, κατάλληλος ο τόπος. Ο άνεμος τσακίζει τα δέντρα.
Στη νοσηρή ατμόσφαιρα ορθώνονται φίδια.
Οι εγκέφαλοι, εργαστήρια κιβδηλοποιών.
Τερατώδη νήπια τα έργα, υπάρχουν στις γυάλες.
Και μέσα σε δάσος από μάσκες, ζήτησε να ζήσεις.
Εγώ θα καλλιεργήσω την Αχαριστία.
Όταν έρθει η τελευταία άνοιξις, ο κήπος μου θα 'ναι γεμάτος
από θεσπέσια δείγματα του είδους.
Τα σεληνοφώτιστα βράδια, μονάχος θα περπατώ
στους καμπυλωτούς δρόμους, μετρώντας αυτά τα λουλούδια.
Πλησιάζοντας με κλειστά μάτια τη βελούδινη, σκοτεινή στεφάνη τους,
θα νιώθω στο απρόσωπο τους αιχμηρούς των στημόνεςκαι θ’ αναπνέω τ’ άρωμά τους.
Οι ώρες θα περνούν, θα γυρίζουν τ' άστρα, και οι αύρες θα πνέουν,
αλλά εγώ, γέρνοντας ολοένα περσότερο, θα θυμάμαι.
Θα θυμάμαι τις σφιγμένες γροθιές,
τα παραπλανητικά χαμόγελα
και την προδοτική αδιαφορία.
θα μένω ακίνητος ημέρες και χρόνια, χωρίς να σκέπτομαι,
χωρίς να βλέπω, χωρίς να εκφράζω τίποτε άλλο.
Θα είμαι ολόκληρος μια πικρή ανάμνησις,
ένα άγαλμα που γύρω του θα μεγαλώνουν τροπικά φυτά,
θα πυκνώνουν, θα μπερδεύονται μεταξύ τους,
θα κερδίζουν τη γη και τον αέρα.
Σιγά σιγά οι κλώνοι τους θα περισφίγγουν το λαιμό μου,
θα πλέκονται στα μαλλιά μου, θα με τυλίγουν με ανθρώπινη περίσκεψη.
Κάτου από τη σταθερή τους ώθηση, θα βυθίζομαι στο χώμα.
Και ο κήπος μου θα είναι ο κήπος της Αχαριστίας.

Κωστας Καρυωτακης -Κείμενα