"...Οι τόποι που γνωρίσαμε δεν ανήκουν μόνο στον κόσμο του χώρου,όπου τους τοποθετούμε για μεγαλύτερη ευκολία.
Δεν ήταν παρά μια λεπτή τομή ανάμεσα στις συνεχόμενες εντυπώσεις
που σχημάτιζαν την τότε ζωή μας η ανάμνηση ορισμένης εικόνας
δεν είναι παρά ο καημός για ορισμένη στιγμή που πέρασε
και τα σπίτια, οι δρόμοι, οι λεωφόροι,
όλα είναι φευγαλαία, αλίμονο!, σαν τα χρόνια."
ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ - ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ
ΑΩΡΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΩΡΑ
Ανάμεσα νύχτας κι αυγής σφηνωμένη βρήκα την άωρη ώρα.
Ασεβής ευθυμία πουλιών με ξύπνησε τόσο νωρίς
και βγήκα στων σκοταδιών την άμπωτη.
Το μπαλκόνι μου ήσυχα λάμνει
στ' αβαθή χρώματα.
Ονειρεύονται ακόμα οι κήποι
ερχομό αγνώστων ανθέων.
Αργά ξεδιπλώνεται ο περιβόητος ορίζοντας
σαν φθηνή κορδέλα του μέτρου.
Με λήθη μοιάζει η θάλασσα : μας ξέχασαν.
Με λήθη μοιάζει το άπειρο : Απειρος λήθη.
Ενα καϊκι ξεκουρδίζεται στο βάθος,
το παίρν' η απόσταση και παίζει.
Μουρμουριστά των χρωμάτων η στάθμη ανεβαίνει.
Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα.
Ξυπνάει ένα λευκό κουπί,
φτεροκοπάει μια στέγη,
ένα παραθυρόφυλλο σπαρτάρισε.
'Εντρομο αφυπνίζεται κάποιο καμπαναριό,
ένοχο : η πίστη πρέπει να ξυπνάει πρώτη.
Πρώτη απ'όλα.
Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα.
Διαγράφονται κλειστές οι πόρτες
και τα όρια πεισμώνουν.
Σ' ενέργεια βγήκαν τα βουνά
και σε γυρίζουν πίσω.
Κι'εσύ προσδοκία πού πας?
Εχουν ξυπνήσει από ώρα οι αρνήσεις.
Κι'εγώ, εγώ που είμαι και ονομάζομαι
προχωρημένη ώρα,
τί γυρεύω ανάμεσα σε τούτες τις νήπιες διαθέσεις ?
Ανάμεσα νύχτας κι αυγής σφηνωμένη βρήκα την άωρη ώρα.
Ασεβής ευθυμία πουλιών με ξύπνησε τόσο νωρίς
και βγήκα στων σκοταδιών την άμπωτη.
Το μπαλκόνι μου ήσυχα λάμνει
στ' αβαθή χρώματα.
Ονειρεύονται ακόμα οι κήποι
ερχομό αγνώστων ανθέων.
Αργά ξεδιπλώνεται ο περιβόητος ορίζοντας
σαν φθηνή κορδέλα του μέτρου.
Με λήθη μοιάζει η θάλασσα : μας ξέχασαν.
Με λήθη μοιάζει το άπειρο : Απειρος λήθη.
Ενα καϊκι ξεκουρδίζεται στο βάθος,
το παίρν' η απόσταση και παίζει.
Μουρμουριστά των χρωμάτων η στάθμη ανεβαίνει.
Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα.
Ξυπνάει ένα λευκό κουπί,
φτεροκοπάει μια στέγη,
ένα παραθυρόφυλλο σπαρτάρισε.
'Εντρομο αφυπνίζεται κάποιο καμπαναριό,
ένοχο : η πίστη πρέπει να ξυπνάει πρώτη.
Πρώτη απ'όλα.
Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα.
Διαγράφονται κλειστές οι πόρτες
και τα όρια πεισμώνουν.
Σ' ενέργεια βγήκαν τα βουνά
και σε γυρίζουν πίσω.
Κι'εσύ προσδοκία πού πας?
Εχουν ξυπνήσει από ώρα οι αρνήσεις.
Κι'εγώ, εγώ που είμαι και ονομάζομαι
προχωρημένη ώρα,
τί γυρεύω ανάμεσα σε τούτες τις νήπιες διαθέσεις ?
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ (ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 1971)
