Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ....


Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ' όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια
είναι πιο προσιτή από την τύψη.

Μα ποιος θα' ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα;
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια ώρα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.
Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Από τα πιο αγαπημένα μου του Αναγνωστάκη,
μου το θύμισε σήμερα ο Βασιλιάς της Μοναξιάς...και του το αφιερώνω


Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008

ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΑΙΜΑΤΑ


ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ αιματα * με πορφυρωσαν
Και χαρες ανειδωτες * με σκιασανε
Οξειδωθηκα μες στην * νιοτια των ανθρωπων
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο
Στ' ανοιχτα του πελαγου * με καρτερεσαν
Με μπομπαρδες τρικαταρτες * και μου ριξανε
Αμαρτια μου νά 'χα * κι εγω μιαν αγαπη
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο
Τον Ιουλιο καποτε * μισανοιξανε
Τα μεγαλα ματια της * μες στα σπλαχνα μου
Την παρθενα ζωη μια * στιγμη να φωτισουν
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο
Κι απο τοτε γυρισαν * καταπανω μου
Των αιωνων οργητες * ξεφωνιζοντας
"Ο πού σ' ειδε, στο αιμα * ζει και στην πετρα"
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο
Της πατριδας μου παλι * ομοιωθηκα
Μες στις πετρες ανθισα * και μεγαλωσα
Των φονιαδων το αιμα * με φως ξεπληρωνω
Μακρινη Μητερα * Ροδο μου Αμαραντο

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2008

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Λόγια που τα προμελετήσαμε, μα που όταν ήρθε η ώρα
δώσαν τη θέση τους σε μια δειλή σιωπή -
..............
Kανείς δε θα μάθει ποτέ
με πόσες αγρύπνιες συντήρησα τη ζωή μου...
...αυτό που μας μεγαλώνει είναι, ίσως, η ίδια η παιδικότητα, που μας διώχνει, για να μην, τελικά, εννοήσουμε.
....................
...ο καθένας ζεί με το τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση..
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2008

ΚΑΙ ΜΕΝΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ

Και μένει στον κόσμο το ελάχιστο
Αυτό που δρώντας πάλι φορτίζει τις ψυχές
Ανακυκλώνεται φουσκώνει το άσπρο φως
Εδώ σημαίνεις εκεί πλέον είσαι αφανής
Αμετάκλητα όνειρα αποτρόπαια σφραγίζουν
Πώς να υπερβείς το σώμα σου με λέξεις
Λίγο το φως, βαθύ σκοτάδι
Και περιστρέφει ο έρωτας τις ψυχές
Τις χαράζει

Δε μιλιέται, σιωπά και μας καταδικάζει
Ενώ το είδωλο στον καθρέφτη είναι ένας άλλος
Και βλέπω στο χαμηλό νερό με τη σελήνη πάνω,
Έζησες για ένα τίποτε;
Πολλούς βρήκαν στη γύρα τα δρεπάνια
Προτού δοθεί απάντηση

Όχι γι' αυτά τα συντελεσμένα
Αλλά για κείνα τα άλλα που δεν έγιναν
Κι όλα βουλιάξαν στο αίμα
Πικρή εποχή, μίζερος αέρας
Έρημα πρόσωπα, τυφλό παρελθόν
Και το παρόν πιο θλιβερό κι απ' τη σελήνη
Περισσότερο μάταιο κι απ' το θάνατο
Σύντροφοι άλλης υποσχεμένης ζωής
Ενοχή πράξεων ανατρέπει το δοσμένο νόημα
Κόκκινη σημαία απελπισμένο σύνορο ονείρων υποστέλλει
Σε ποιο μουσείο αυτή που σάρωσε εξουσίες
Χέρια την αναρριπίζουν στον άλλο αιώνα
Απρόσιτες μάνες θηλάζουν στόματα οργής
Θάλασσες και βράχοι μνήμες προσωπικής χαράς

Θάλασσες τώρα βούρκοι, φιλτραρισμένα υπερκέρδη
Και φέγγει βαλσαμωμένος ήλιος δειλινού
Εδώ χωρίς απόφαση μένεις χωρίς φωνή
Σ' ανένδοτη προσαρμογή
Κι ό,τι έχει κατατεθεί ούτε ο θάνατος αναιρεί
Στο τώρα και στο πουθενά
Και συγκρούονται κι αναπαράγονται κι αλλάζουν

Αλλού δεν έχει Τέλος μένει στον κόσμο το ελάχιστο
Αυτό που δρώντας φορτίζει τις ψυχές.

ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2008

ΚΡΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Γράφω σ' ένα κελλί
Χιλιάδες λέξεις
Σαν ένας κατάδικος
Κι ύστερα βγάζω το κεφάλι μου
Έξω από τον φεγγίτη
Διψασμένος για λίγο γαλάζιο
ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ-ΓΡΑΦΩ Σ'ΕΝΑ ΚΕΛΛΙ

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008

ΣΤΑ ΕΙΠΑ ΟΛΑ....


όταν το κάτι αυτό,
το οτιδήποτε,
για μένα θα τελειώσει,
και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω.
θα είμαι εκείνο που τα μάτια σας θαμπώνει,
το ύψιλον στα μυστικά,
στη νύχτα,
στην ψυχή,
η απαλή καμπύλη στο αύριο,
το χι στο χάδι ή
στο χώμα της πατρίδας σας.
όταν το κάτι αυτό,
το μάταιο οτιδήποτε τελειώσει,
στο τίποτα η αγάπη ξεχασμένη θα υπάρχει.
θα σας αγγίζει απαλά,
θα σας ζητάει χαμογελώντας το αδύνατο.

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ -ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΕΓΩ ΣΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΘΑ ΥΠΑΡΧΩ


Σάββατο, 7 Ιουνίου 2008

ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΕΔΩ....

Δεv ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου
Στο μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων.
Εσπερε φρουρέ για να λάμπεις πλάι, στο ουρανί
Αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται
Ν' αναγγέλλω την αυγή από τα ψηλά του βράχια
Τα δυο μάτια μου αγκαλιά σε πλέουνε με το άστρο
Της σωστής μου καρδιάς : Δεν ξέρω πια τη νύχτα.

Δεν ξέρω πια τα ονόματα ενός κόσμου που μ' αρνιέται
Καθαρά διαβάζω τα όστρακα τα φύλλα τ' άστρα
Η έχτρα μου είναι περιττή στους δρόμους τ' ούρανού
Εξόν κι αν είναι τ' όνειρο που με ξανακοιτάζει
Με δάκρυα να διαβαίνω της αθανασίας τη θάλασσα
Εσπερε κάτω απ' την καμπύλη της χρυσής φωτιάς σου
Τη νύχτα που είναι μόνο νύχτα δεν την ξέρω πια.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ - ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ -Ι

Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2008

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΜΕΝΑ


Σου είπα :
- Λύγισα.
Και είπες :
-Μη θλίβεσαι.
Απογοητεύσου ήσυχα.
Ηρεμα δέξου να κοιτάς σταματημένο το ρολόι.
Λογικά απελπίσου πώς δεν είναι ξεκούρδιστο,
ότι έτσι δουλεύει ο δικός σου χρόνος.
Κι αν αίφνης τύχει να σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μη ρηψοκινδυνέψεις να χαρείς.
Η κίνηση αυτή δεν θα' ναι χρόνος.
Θα 'ναι κάποιων ελπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή, νηφάλια αυτοεκθρονίσου
από τα χίλια σου παράθυρα.

Για ένα μήπως τ' άνοιξες.
Kι αυτοξεχάσου εύχαρις.
'Ο,τι είχες να πείς,
για τα φθινόπωρα τα κύκνεια,
τις μνήμες, υδρορρόες των ερώτων,
την αλληλοκτονία των ωρών,
των αγαλμάτων τη φερεγγυότητα,
ό,τι είχες να πείς
γι'ανθρώπους που σιγά σιγά λυγίζουν,
το είπες.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ


Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ


Ισκιοι βουβοί αραγμένοι στη σκάλα
Μάτια θολά που κράτησαν εικόνες θαλασσινές

Κύματα με τη γλυκιάν αγωνία στην κάτασπρη ράχη

Γυμνός κυλίστηκα μέσα στην άμμο μα δεν υποτάχτηκα
Και δεν αγάπησα μόνον εσένα που τόσο με κράτησες
Οπως αγάπησα τα ναυαγισμένα καράβια με τα τραγικά ονόματα
Τους μακρινούς φάρους,τα φώτα ενός απίθανου ορίζοντα

Τις νύχτες που γύρευα μόνος να βρω το χαμένο εαυτό μου

Τις νύχτες που μόνος γυρνούσα χωρίς κανείς να με νιώσει
Τις νύχτες που σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αυταπάτη.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ