Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Η ΤΙΜΩΡΙΑ


Πόσο κίτρινος είναι ο ήλιος

που μας κοροϊδεύει.
Πόσο ιδανικοί εμείς αναλύοντας
τις ακτίνες του.
Πόσο επαίσχυντα ωραίοι
όταν τραβάμε το σύρτη.
Και μένουμε άφωτοι-
ο ένας απέναντι στον άλλον.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ-ΕΝΟΧΗ (Εν Φαντασία και Λόγω-1975)





Κυριακή, 26 Απριλίου 2009

ΣΤΑΣΗ ΑΝΑΜΟΝΗΣ


Η σωστότερη κίνηση θα'ναι αυτή που δεν κάναμε.

Αλλιώς πώς εξηγείται ότι τα δάκρυα
Δεν επαρκούν να διηγηθούν μέχρι τέλους
Καμιά βιογραφία?

Ξεχωρίζω τους ανθρώπους απ'το βλέμμα μετάνοιας
Με το οποίο ξεπλένουν τα κόκαλα
Της πιο ανώδυνης μνήμης. 
Τους  βλέπω να στέκουν μετέωροι
Αδύναμοι ακόμη να συλλάβουν τι χάος βλακείας
Αντανακλάει ένα δέσιμο γραβάτας
Μια καλησπέρα ή ολόκληρο λογύδριο από έδρας
Τι φρίκη θα ένιωθε
Υποψήφια ψυχή γαντζωμένη στο έμβρυο
Καθώς αφήνει το θολάμι της για να συρθεί
Στα ετοιμασμένα σκλαβοπάζαρα
Του πενθημέρου.  

Μουσικές φωταψίες
Γλυκιασμοί σεληνιώδεις και χρώματα
Μπαλώματα με ράκη ως τον αστράγαλο
Δεν φτάνουν να καλύψουν σφικτά την υφήλιο
σήψη.  

Εκείνοι που έσκαψαν
Μισό χιλιοστό κάτω από το σώμα τους
Τώρα μαραίνονται σε φυλακές ψυχιατρείων ή ταξιδεύουνε
Με λευκές και με μαύρες
Τα πελάγη του αέρα.  

Οι άλλοι συνεχίζουν να στριμώχνονται
Σε θυρίδες τραπέζης εκδοτήρια ουρές
Περιμένοντας κάτι
Το επόμενο τραίνο ή τον κύριο έφορο
Μπορεί και τη Δευτέρα Παρουσία-

Το τελειότερο πλάσμα  της δημιουργίας δαπανάει την ύπαρξη
Στριμωγμένο σε ουρές από τέλεια πλάσματα
Που κι αυτά περιμένουνε κάτι. 

Περιμένω σημαίνει
Προσκυνώ τη συνέχεια του χρόνου
Προεξοφλώ τη ζωή μου για τρία λεφτά
ως να'ρθει λεωφορείο
Για έξι μήνες ως να πάρω το δάνειο
Προεξοφλώ επιταγές επιβίωσης
Δεκάδες κουρελόχαρτες συναλλαγματικές
Με αποδέκτη το μέλλον.

Περιμένω σημαίνει πενθώ τη ζωή που ανέβαλα.

Γι' αυτό και τα δάκρυα δεν επαρκούν
Να διηγηθούν μέχρι τέλους
Καμιά βιογραφία.

Γι΄αυτό και καμιά βιογραφία δεν χωράει τα δάκρυα.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ (Η ΣΚΕΨΗ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΠΕΝΘΟΣ -1996)


Κυριακή, 19 Απριλίου 2009

Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


Π Α Σ Χ Α


Χαιρέτισαν με βάγια τον ερχομό του έρωτα.

'Επειτα οι ίδιοι τον σταυρώσαν
τον τρύπησαν με τη λόγχη
τον πότισαν χολή και ξίδι
τον εξομείωσαν με τους ληστές.
Και πάλι περιμέναν πως θ'αναστηθεί για χάρη τους.


ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ (ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ (1967-1973)

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

ΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΝ (ΩΔΗ ΤΡΙΤΗ)

Εις τούτον τον ναόν,
των πρώτων Χριστιανών
παλαιότατον κτίριον,
πώς ήλθον; πώς ευρίσκομαι
γονατισμένος;   

Όλην την Οικουμένην
σκεπάζουν σκοτεινά,
ήσυχα, παγωμένα,
τα μεγάλα πτερά
της βαθείας νύκτας.    

Εδώ σίγα· κοιμώνται
των αγίων τα λείψανα·
σιγά εδώ, μη ταράξης
την ιεράν ανάπαυσιν
των τεθνημένων.    

Ακούω του λυσσώντος
ανέμου την ορμήν·
κτυπά με βίαν· ανοίγονται
του ναού τα παράθυρα
κατασχισμένα.    

Από τον ουρανόν,
όπου τα μελανόπτερα
σύννεφα αρμενίζουν,
το ψυχρόν της αργύριον
ρίπτει η σελήνη.   

Και ένα κρύον φωτίζει
λευκόν, σιγαλόν μάρμαρον·
σβησθέν λιβανιστήριον,
κερία σβηστά και κόλυβα
έχει το μνήμα.    

Ω παντοδυναμότατε!
τι είναι; τι παθαίνω;
ορθαί εις την κεφαλήν μου
στέκονται η τρίχες!... λείπει
η αναπνοή μου!    

Ιδού, η πλάκα σείεται...
ιδού από τα χαράγματα
του μνήματος εκβαίνει
λεπτή αναθυμίασις
κ' εμπρός μου μένει.    

Επυκνώθη· λαμβάνει
μορφήν ανθρωπικήν.
- Τι είσαι; ειπέ μου, πλάσμα,
φάντασμα του νοός μου
τεταραγμένου;   
 
Ή ζωντανός είσ' άνθρωπος,
και κατοικείς τους τάφους;
Χαμογελάεις;... αν άφηκας
τον άδην... ή ο παράδεισος
ειπέ μου αν σ' έχη.    

-Μη μ' ερωτάς· το ανέκφραστον
μυστήριον του θανάτου
μην ερευνάς· τα στήθη,
τα στήθη 'που σ' εβύζασαν
εμπρός σου βλέπεις.   

 Ω τέκνον μου, ω τέκνον μου,
αγαπητόν μου σπλάγχνον,
ανόμοιος είναι η μοίρα μας,
και προσπαθείς ματαίως
'να με αγκαλιάσης.    

Παύσε τα δάκρυα. Ησύχασε
το πάθος της καρδιάς σου.
Αν η χαρά η ανέλπιστος,
ότι με είδες, βρέχη
τους οφθαλμούς σου·    

Μειδίασον, χαίρου, φίλε μου,
μάλλον· αλλ' αν η πίκρα,
ότι τον ήλιον άφηκα,
τώρα σε κυριεύη,
παρηγορήσου.    

Τι κλαίεις; την κατάστασιν
αγνοείς της ψυχής μου·
και εις τούτο το μνήμα
το σώμα μου αναπαύεται
από τους κόπους.    

Ναι, κόπος ανυπόφερτος
είναι η ζωή· η ελπίδες,
οι φόβοι, και του κόσμου
η χαραί και το μέλι
σας βασανίζουν.  

Εδώ ημείς οι νεκροί
παντοτινήν ειρήνην
απολαύσαμεν, άφοβοι,
άλυποι, δίχως όνειρα
έχομεν ύπνον.   

Σεις οι δειλοί αχνύζετε,
όταν τις ψιθυρίση
τ' όνομα του θανάτου·
αλλ' άφευκτος ο θάνατος,
άφευκτος είναι.    

Μία και μόνη είναι
η οδός, και εις τον τάφον
φέρνει· εις αυτήν η ανάγκη
αμάχητον με' χείρα
ωθεί τους ζώντας.    

Υιέ μου, πνέουσαν μ' είδες·
ο ήλιος κυκλοδίωκτος,
ως αράχνη, μ' εδίπλωνε
και με φως και με θάνατον
ακαταπαύστως.    

Το πνεύμα οπού μ' εμψύχωνε
του Θεού ήταν φύσημα,
και εις τον Θεόν ανέβη·
γη το κορμί μου, κ' έπεσεν
εδώ εις τον λάκκον.    

Αλλά το φέγγος χάνεται
της σελήνης· σε αφίνω·
πάλιν θέλω σε ιδείν,
ότε η ζωή σου λείψη,
και τότε μόνον.   

Με την ευχήν μου ύπαγε·
άλλο δεν λέγω· θέλω
εις την συνείδησίν σου
τα λοιπά φανερώσειν
 ύστερον... χαίρε...    

Τέκνον μου, χαίρε... - Πρόσμενε
τον υιόν λυπημένον
μη παραιτήσεις. Έπεσε.
Και μένουν οι οφθαλμοί μου
εις βαθύ σκότος.    

Ω φωνή, ω μητέρα,
ω των πρώτων μου χρόνων
σταθερά παρηγόρησις·
όμματ' οπού μ' εβρέχατε
με γλυκά δάκρυα!    

Και συ στόμα οπού εφίλησα
τόσαις φοραίς, με τόσην
θερμοτάτην αγάπην,
πόση άπειρος άβυσσος
μας ξεχωρίζει!   

Αι, και άπειρος, ας είναι
κ' έτι φοβερωτέρα·
εκεί μέσα ατάρακτος
θέλω εγώ συντριφθείν
 γυρεύοντάς σας.    

Τώρα, τώρα τα χείλη μου
δύνανται 'να φιλήσουν
του θανάτου τα γόνατα·
'να στέψω το κρανίον του
δύναμαι τώρα.    

Πού είναι τα ρόδα; φέρετε
στεφάνους αμαράντους·
την λύραν δότε· υμνήσατε·
ο φοβερός εχθρός
έγινε φίλος·    

Κείνος οπού το μέτωπον
τρυφερών γυναικών
αγκάλιασε, πώς δύναται
εις ανδρικήν καρδίαν
'να ρίψη φόβον;    

Ποίος άνθρωπος εις κίνδυνον
είναι; τώρα οπού βλέπω
τον θάνατον με θάρρος,
εγώ κρατώ την άγκυραν
της σωτηρίας.    

Εγώ τώρα εξαπλώνω
ισχυράν δεξιάν
και την άτιμον σφίγγω
πλεξίδα των τυράννων
δολιοφρόνων.    

Εγώ τα σκήπτρα στάζοντα
αίματος και δακρύων
καταπατώ· και καίω
της δεισιδαιμονίας
το βαρύ βάκτρον.    

Επάνω εις τον βωμόν
της αληθείας, τα σφάγια
τώρα εγώ ρίπτω· μ' άφθονα
τον λίβανον σωρεύω,
μ' άφθονα χέρια.    

Ως απ' ένα βουνόν
ο αετός εις άλλο
πετάει, καιγώ τα δύσκολα
κρημνά της αρετής
ούτω επιβαίνω.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ - ΩΔΑΙ

Το βίντεο είναι του dimitriosdoulias από το http://www.youtube.com/dimitriosdoulias