Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

ΑΛΛΟ ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ


Μη με ρωτάς τί σου είπα μες τα κλάματα
ήταν χαλίκια και τα λόγια και τα δάκρυα
πάτησα πάνω τους να σκληραγωγηθώ
μάτωσαν τα χαλίκια από τα πόδια μου
καλά να πάθουν και τα δάκρυα και τα λόγια
να μη ξαναπατήσουν πάνω μου ποτέ!

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

Σάββατο, 26 Απριλίου 2008

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2008

Οι πόνοι της Παναγιάς...

«Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;

Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;

Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις

Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,

που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

............................................................

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,

να σκύβω την ανάσα σου ν' ακώ, πουλάκι μου ζεστό

να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,

κ' υστέρα απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ

που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι...

Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ' αλήθεια, φως της αστραπής,

χτυπήσει ο Κύρης τ' ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις!

Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν!

Δεν είν' αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.

Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν!»

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

Ασμα μικρό


Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.

Είχε συνάξει λίγα φύλλα

ένα κλαδί γεμάτο φως

είχε πονέσει.

Και τώρα χάθηκε...

Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος

αγγίζει νέους ουρανούς

η προσευχή του μάχη.

Εαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

"Μαγδαληνή"

«Ω Κύριε, εγώ 'μαι που έσπασα
στα μυρογιάλιστα ιερά σου πόδια την καρδιά μου,
και τα ολόξανθαμακριά μαλλιά μου
εγώ τ' ανέμισα στις τρέμουλες,σκυφτές
των Αποστόλων κεφαλές, σα φλάμπουρο!


Εγώ 'μαι που όντας όλοι οι εδικοί μακριάθε

κοιτώντας το σταυρό σε κλαίγαν σκορπισμένοι,
στεκόμουν στο πλευρό σου παραστάτης,
κι όρθιαστα χέρια μου εδεχόμουν, στην ποδιά,
στο πρόσωπο,πηχτό, ζεστό, σαν όμπρο θερινό, το γαίμα σου!
Κ' έκραζα: Ανοίξου γης, ποτίσου γης, σκιρτήστεσα σπόροι
αθάνατοι στο χώμα, ώ πεθαμένοι!
Χριστέ, κι αν όλοι σ' αρνηθούν, δε θα πεθάνεις!

Γιατί στον κόρφο μου το αθάνατο νερό κρατώ και σε κερνώ,

και κατεβαίνεις πάλιστη γης, και περπατάς μαζί μου στα χωράφια,
βολές σωπαίνοντας γλυκά, βολές ταΐζοντας
το Λόγο τον καλό στα πεινασμένα πλήθη».

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ


Δευτέρα, 21 Απριλίου 2008

Ω γλυκύ μου έαρ...

......Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκότατόν μου τέκνον,
πού έδυσου το κάλλος;
Η δάμαλις τον μόσχον, εν ξύλω κρεμασθέντα, ηλάλαζεν ορώσα.
Ω φως των οφθαλμών μου,
γλυκύτατόν μου τέκνον,
πώς τάφω νυν καλύπτη;.....






Τετάρτη, 9 Απριλίου 2008

ΤΕΧΝΗ

Έζησα τα πάθη σα μια φωτιά,
τάδα ύστερα να μαραίνονται και να σβήνουν,
και μ' όλο που ξέφευγα από να κίνδυνο,
έκλαψα
γι' αυτό το τέλος που υπάρχει σε όλα.
Δόθηκα στα πιο μεγάλα
ιδανικά, μετά τ' απαρνήθηκα,
και τους ξαναδόθηκα ακόμα πιο ασυγκράτητα.
Ένοιωσα
ντροπή μπροστά στους καλοντυμένους,
και θανάσιμη ενοχή για όλους τους ταπεινωμένους
και τους
φτωχούς, είδα τη νεότητα να φεύγει,
να σαπίζουν τα δόντια,
θέλησα να σκοτωθώ,
από δειλία ή ματαιοδοξία,
συχώρεσα εκείνους που με σύντριψαν,
έγλυψα εκεί που
έφτυσα, έζησα την απάνθρωπη στιγμή,
όταν ανακαλύπτεις,πλέον
αργά,
ότι είσαι ένας άλλος
από κείνον που ονειρευόσουνα,
ντρόπιασα τ' όνομά μου
για να μη μείνει
ούτε κηλίδα εγωισμού απάνω μου ―
κι ήταν ο πιο φριχτός εγωισμός.
Tις νύχτες έκλαψα,
συνθηκολόγησα τις μέρες,
αδιάκοπη πάλη μ' αυτόν τον
δαίμονα μέσα μου
που τα ήθελε όλα, τούδωσα τις πιο γενναίες μου πράξεις,
τα πιο καθάρια μου όνειρα και πείναγε, τούδωσα αμαρτίες βαρειές,
τον πότισα αλκοόλ,
χρέη, εξευτελισμούς, και πείναγε.
Bούλιαξα σε μικροζητήματα
φιλονίκησα για μιας σπιθαμής θέση,
κατηγόρησα,
έκανα το χρέος μου από υπολογισμό,
και την άλλη στιγμή,
χωρίς κανείς να μου το ζητήσει
έκοψα μικρά-μικρά κομάτια τον εαυτό μου
και τον μοίρασα
στα σκυλιά.
Tώρα, κάθομαι μες στη νύχτα και σκέφτομαι,
πως ίσως πια
μπορώ να γράψω ένα στίχο, αληθινό.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ-από την Ποίηση (τόμος πρώτος 1950-1966)

Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

THE MYSTS OF AVALON...

ΕΝΔΥΜΑΤΑ

(under the bridge)
Mέσα σ' ένα κιβώτιο ή μέσα σ' ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο
θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου.

Tα ρούχα τα κυανά.
Kαι έπειτα τα κόκκινα, τα πιο ωραία αυτά από όλα.
Kαι κατόπιν τα κίτρινα.
Kαι τελευταία πάλι τα κυανά,
αλλά πολύ πιο ξέθωρα αυτά τα δεύτερα από τα πρώτα.

Θα τα φυλάξω με ευλάβεια και με πολλή λύπη.

Όταν θα φορώ μαύρα ρούχα,
και θα κατοικώ μέσα σ' ένα μαύρο σπίτι,
μέσα σε μια κάμαρη σκοτεινή,
θα ανοίγω καμιά φορά το έπιπλο με χαρά,
με πόθο, και με απελπισία.

Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι την μεγάλη εορτή
-που θα είναι τότε όλως διόλου τελειωμένη.

Όλως διόλου τελειωμένη.
Tα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες στες αίθουσες.
Πιάτα και ποτήρια σπασμένα κατά γης.
Όλα τα κεριά καμένα ώς το τέλος.
Όλο το κρασί πιωμένο.
Όλοι οι καλεσμένοι φευγάτοι.
Mερικοί κουρασμένοι θα κάθονται ολομόναχοι,
σαν κ' εμένα, μέσα σε σπίτια σκοτεινά
- άλλοι πιο κουρασμένοι θα πήγαν να κοιμηθούν.

Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ από τα
Kρυμμένα Ποιήματα 1877 - 1923