Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2008

Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο


...μήπως δούμε το χαμόγελό σου
να κρέμεται σαν παγούρι πάνω απ' τη δίψα μας.
Σήμερα ανοίξαμε τη μέρα μας
σαν ένα σακκί ξεχασμένο απο χρόνια.
Mας φτάνει να μιλήσουμε απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε απλά.
Eχει αρκετή θέση για να πεθάνεις.
...δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του
μή του το πάρουν.
...κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο
σφίγγω στα χέρια το άγνωστο όνομά μου...
...πεινάμε κι οι δυό για ένα χαμόγελο
και μιά μπουκιά ήσυχο ύπνο.
Kι όταν σου πούν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου.
Kάπου βαθιά της ζεί το παιδικό σου πρόσωπο.
Δεν θάθελα να το λαβώσεις.
Kαι το τραγούδι μου γεννήθηκε μες απο αίματα
όπως γεννιέται μια σημαία.
...δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Aν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.

Τάσος Λειβαδίτης - 1956

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2008

Ερωτηματολόγιο παιδιών για μια συνέντευξη


Αν τραυματίσεις το όνειρο βγάζει αίμα?
Ποιές μυρωδιές έχουν κλείσει μέσα τους οι μνήμες?
'Οταν οι ήχοι δεν ταξιδεύουν πού κοιμούνται?
Τι χρώματα κρύβει ένα πεθαμένο ποτάμι στα χέρια του καλοκαιριού?
Και πώς η μυρωδιά και μόνο της βροχής στον αέρα
το ανασταίνει ξανά μέσα στο φθινόπωρο?

Και γιατί όταν πεθαίνει ο άνθρωπος δεν ξαναζωντανεύει όπως το ποτάμι?
Τι τρώει η σελήνη όταν πεινά τα μεσάνυχτα?

Πώς κοιμούνται τα λουλούδια τις νύχτες?
Γιατί όταν κόψεις μια φέτα καρπούζι παραδίδεται
άνευ όρων ο Ιούλης στη βεράντα σου?
Ξέρει κολύμπι το φως όταν βουτά στο Αιγαίο?
Ακούγονται απόηχοι μυστικών φωνών μέσα στον ύπνο σου?
Μπορούν οι λέξεις να κρατήσουν τη γεύση σου
μετά τον θάνατό σου?

Γιώργος Λίλλης

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2008

Γεννήθηκα την εποχή του χαλκού

Γεννήθηκα την εποχή του χαλκού
τώρα
δεν με θυμάται πια κανένας
σκεπάσαν τους βωμούς μου δάφνες και φρύγανα.
Πικραμύγδαλο, συ έρωτά μου,
ήπια τρία βαρέλια ρετσίνα στην Δόμνα χτες,
για να ξεχάσω ρούφηξα τον Aλιάκμονα,
τον σφοδρό Bαρδάρη-
οι λιμναίοι οικισμοί της Θεσσαλίας

μείναν ξεροί για χάρη σου.

Περιμένω τρεις χιλιάδες χρόνια να πεθάνω,
αδύναμος να αποσυντεθώ τόσο που σ' αγαπώ.
(dedicated)
Κωστής Μοσκώφ
(από τα Ποιήματα-Καστανιώτης 1987)

Che fece...il gran rifiuto

(Silent Trees-Created by Sebcean Yllysses
non-commercial;some rights reserved)


Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε.
Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησή του.

Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε.
Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ Οχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ικαρος 1984)

Η τελευταία

(Eurydice on ice no.3-Created by Sebcaen Ylysses
non-commercial, some rights reserved)
(Είναι εδώ; Είναι εκεί; Έφυγε; Θα ’ρθει; Πού είναι; Η τελευταία;)
Α! Το δάσος πέρα. Ένα τραπεζάκι κάτω από τ' απόμερο πεύκο. Και η νύχτα που ερχόταν σιγά σιγά για να μην τη νιώσουμε. Η βοή του βραδινού ανέμου στα κλαδιά. Τα λόγια που έλειπαν. Τα χέρια ωχρά. Τα μάτια και τ' αστέρια.
μεσάνυχτα. Τίποτε απ' όλα δεν είχε ειπωθεί.
(Ψέματα; Ψέματα; Παιχνίδι φιλαρέσκειας; Περιέργεια; Εγωισμός;)
Κι άλλοτε η θάλασσα. Τα πλοία που έφευγαν στον ορίζοντα παίρνοντας τα όνειρά μας. Ο φλοίσβος με τις υποσχέσεις του. Εκεί πάνω στο βράχο τ' άφθονα και ανεξήγητα δάκρυα. Η μοναξιά στο απέραντο. Τα φιλιά. Η ψυχή...
(Τίποτε; Τίποτε; Παιδικότητες; Ρομαντισμός; Αυταπάτη;)
Aλλες φορές η αυγή αναπάντεχη και προδοτική. Από δρομάκια το κουραστικό γύρισμα. Οι πρώτοι θόρυβοι της ημέρας. Η γλυκιά μεταμέλεια στο πρόσωπο που φωτιζόταν ολοένα. Το χαίρε...
(Έφυγε; Δε θα ’ρθει πια; Τελευταία;)

Κώστας Καρυωτάκης-Κείμενα

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2008

Ο κήπος της Αχαριστίας

Θα καλλιεργήσω το ωραιότερο άνθος.
Στις καρδιές των ανθρώπων θα φυτέψω την Αχαριστία.
Ευνοϊκοί είναι οι καιροί, κατάλληλος ο τόπος. Ο άνεμος τσακίζει τα δέντρα.
Στη νοσηρή ατμόσφαιρα ορθώνονται φίδια.
Οι εγκέφαλοι, εργαστήρια κιβδηλοποιών.
Τερατώδη νήπια τα έργα, υπάρχουν στις γυάλες.
Και μέσα σε δάσος από μάσκες, ζήτησε να ζήσεις.
Εγώ θα καλλιεργήσω την Αχαριστία.
Όταν έρθει η τελευταία άνοιξις, ο κήπος μου θα 'ναι γεμάτος
από θεσπέσια δείγματα του είδους.
Τα σεληνοφώτιστα βράδια, μονάχος θα περπατώ
στους καμπυλωτούς δρόμους, μετρώντας αυτά τα λουλούδια.
Πλησιάζοντας με κλειστά μάτια τη βελούδινη, σκοτεινή στεφάνη τους,
θα νιώθω στο απρόσωπο τους αιχμηρούς των στημόνεςκαι θ’ αναπνέω τ’ άρωμά τους.
Οι ώρες θα περνούν, θα γυρίζουν τ' άστρα, και οι αύρες θα πνέουν,
αλλά εγώ, γέρνοντας ολοένα περσότερο, θα θυμάμαι.
Θα θυμάμαι τις σφιγμένες γροθιές,
τα παραπλανητικά χαμόγελα
και την προδοτική αδιαφορία.
θα μένω ακίνητος ημέρες και χρόνια, χωρίς να σκέπτομαι,
χωρίς να βλέπω, χωρίς να εκφράζω τίποτε άλλο.
Θα είμαι ολόκληρος μια πικρή ανάμνησις,
ένα άγαλμα που γύρω του θα μεγαλώνουν τροπικά φυτά,
θα πυκνώνουν, θα μπερδεύονται μεταξύ τους,
θα κερδίζουν τη γη και τον αέρα.
Σιγά σιγά οι κλώνοι τους θα περισφίγγουν το λαιμό μου,
θα πλέκονται στα μαλλιά μου, θα με τυλίγουν με ανθρώπινη περίσκεψη.
Κάτου από τη σταθερή τους ώθηση, θα βυθίζομαι στο χώμα.
Και ο κήπος μου θα είναι ο κήπος της Αχαριστίας.

Κωστας Καρυωτακης -Κείμενα