Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ








Μου βάσταξες τις σκαλωσιές του ήλιου-ώσπου αναλήφθηκα.
Είδα τον κόσμο από το ύψος του τελευταίου φωτός.

Είσαι συ, που με βοήθησες ν'ανακαλύψω λοιπόν
πως ο κόσμος γυρίζει έξω απ'τη νύχτα.
Πως ο άνθρωπος είναι ένα σύστημα του ήλιου. Πως όλα
τα κύτταρά μου είναι λίμνες που αναδίνουνε φως.
Κι είσαι συ που με βοήθησες ν'ανακαλύψω
 πως τ'αστέρια είναι πεντάγραμμα,
πως τ'αυτιά δεν ακούν, πως δεν νιώθουν τα δάχτυλα
τη μωβ απόχρωση της πέτρας όταν δύει ο ήλιος.
Και πως ο ήλιος αυτός ο μέγας 
εξουσιοδοτημένος του στερεώματος,
να'ναι ο πανταχού παρών - σ'όλα τα βάθη του.
Να βρίσκε χιλιάδες φλεβίτσες 
και να διακλαδίζεται μες στο γρανίτη,
να φορεί στέφανο χρυσό στο κεφαλάκι του βρέφους
που περιμένει το πλήρωμά του στο σκοτάδι της μήτρας,
ν'αναβλυζει απ'τα βάθη των θαλασσών,
να κυκλοφορεί μες στα χρώματα των ζωγράφων
και μες στους στίχους των ποιητών
και μες στα πόδια που χορεύουν
και μες στους ήχους του "αλληλούια".
Κι η σιωπηλή παρουσία σου μ'έμαθε πως σιωπή δεν υπάρχει.
Ακουσα να θροίζει η ψυχή σου
 όπως ένας πευκώνας το καλοκαίρι.
Τα δάκτυλά σου μ'άγγιξαν σαν ένα σμήνος πουλιών.
Κι όταν χαμογελάς ακούω μια άρπα.
Κι όταν σκέφτεσαι ακούω πως σκέφτεσαι.
Κι όταν αγαπάς τα παιδιά 
που ευλόγησεν ο Ιησούς, πάλι, ακούω.
Κι ακούω το ρόδινο σύννεφο όταν ακουμπάει στο βουνό.
Κι ακούω το στάχυ όταν πίνει μια σταγόνα νερού.
Κι όταν τη νύχτα κοιτάζεις τον ουρανό
ακούω τ'αστέρι που πλέει μες στο βλέμμα σου.
Κι είναι αυτό που ακούω πολύ δυνατότερο
απ'αυτό που γράφω κι απ'αυτό που μπορώ να σου ειπώ.
'Ολα είναι γραμμένα. Αρκεί να μπορεί να διαβάζει η καρδιά
τα ψηφία της κτίσεως.  Οι στίχοι είναι αντίλαλοι.
Απόψε τελειώσανε όλες οι λέξεις μου.
Ακούω το ποτάμι ζητώντας να ξεκλέψω τα λόγια του.
Αφουγκράζομαι στο άπειρο το χαίρε των κόσμων
που παραπλέουν ο ένας τον άλλο
 -χαιρετιώνται κι αποχωρίζονται.
Αλλά η γλώσσα του σύμπαντος έχει μια μόνο λέξη.
'Ολα λένε "Αγάπη". 
Κι όταν γράφω "αγάπη" δεν έχω πια άλλο.
Αλλά εγώ σ'αγαπώ. Και γι αυτό κομματιάζω
τη λέξη "αγάπη" σε χιλιάδες ρινίσματα
και ζημώνω τα χρώματα, όχι σα να 'ναι 
 να ειπώ  ή να γράψω, αλλά
σα να'μαι ο παντοκράτορας ενός μεγάλου περβολιού
και να θέλουν τα χέρια μου να υφάνουνε κρίνα.
Είσαι συ, που με φύσηξες 
σαν ένας αγέρας απ'τ'ανοιχτά του Θεού.
Το νερό σου περισσεψε κάτω στις ρίζες μου κι έκαμε
ν'ανοίξει η ψυχή μο σαν μια φωτεινή φυλλωσιά,
κι είμαι εγώ που σου ετοίμασα στέγη.
Το Μάρτη σε στεφάνωσα με χελιδόνια.
Κι έκαμα να φυτρώσουνε κάτω στο γύρο
 του φουστανιού σου αγριολούδα,
που κυνηγιούνται σαν φώτα πολύχρωμα όταν χωρεύεις
ή όταν ονειρεύεσαι πως χωρεύεις και τινάζεσαι ανάλαφρα
σα να ζητάς να πιαστείς απ'το υπέρτατο φως.
Δεν ξέρω τι θα πρεπε να σου γράψω, τι να σου ειπώ.
Πρέπει να είναι μεγάλος ο κήπος που θα σε περπατήσω.
Κι ευτυχώς που είναι ο κόσμος 
απέραντος και τον έχουμε όλοι μαζί
και μπορεί να διαλέξει κανείς ό,τι θέλει.
Θα τυλίξω στα δάχτυλά μου τα νήματα του νερού,
θα ξεδιαλέξω το μετάξι του ήλιου 
απλώνοντάς τον πάνω σε άνθη αχλαδιάς,
θα βγάλω το μπρισίμι απ'το ζέφυρο,
να σου φτιάξω ένα ένδυμα γάμου.
Απόψε σε παντρεύω με την αιωνιότητα.
Περνώ το χρυσό δαχτυλίδι 
της ποίησής μου στο δάχτυλό σου.
Περνώ στα μαλλιά σου ένα στεφάνι λεμονιάς
που στάζει χαραυγή και δροσιά, που στάζει αγάπη.
Το'χω κομμένο από την παιδική αστροφεγγιά 
της καρδιάς μου.
Ο ουρανός μοναχά το'χει αγγίξει.  Σ' το πρόσφερα σήμερα.
Περπάτησα όλο το Μάη μ'ανοιγμένα τα χέρια μου.
Η ψυχή μου ξεχείλιζε και τη μάζευα
όπως ξεχειλίζει μια κούπα νερό,
όπως ξεχειλίζει το φως σ'έναν κόρφο ξεκούμπωτο.


Δίπλωσα στην παλέτα μου το ουράνιο τόξο,
ανάλυσα της δύσης το βυσσινί μέσα στη φούχτα μου,
να σε φτιάξω για να ταιριάζεις με τη δημιουργία του Θεού.


ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
(αφιερωμένο)