Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

MY WAY...



     Η Λ Ε Κ Τ Ρ Α


Αυτή η ισόβια νεότητα που βγάζουν τα μάτια σου, 


με το κράμα φόβου και δύναμης, με προκαλεί. 
Να βάλω το νυστέρι όλο και βαθύτερα.
Το πρόσωπό σου εικονίζει τις τόσες εντάσεις, τον έρωτα, 
το θάνατο, την ομορφιά, την ανάταση, 
χιλιάδες έκπτωτους αγγελιαφόρους αγγέλους. Τη ζωή. 
Εσύ το ξέρεις, οτι υπάρχουν άνθρωποι, με βαθύ ενσυνείδητο σχίσμα εαυτού. 
Αυτό του ποιητή και του άλλου, του καθημερινού ανθρώπου της επιβίωσης. 
Εσύ το ξέρεις ότι Ποίηση δεν είναι απλά γραφή. 
Είναι το μεγαλύτερο. Το πιο βαθύ. Το μέγα.. Είναι στάση ζωής. 
Αξίες, αρχές, ανάλωση στην ένταση, στο πάθος. 
Οικοδόμημα με το πρώτο πετραδάκι στα θεμέλια πριν την εφηβεία. 
Και χτίσιμο συνεχές. Εως θανάτου. Ετσι κι εκεί, δυσκολεύουν τα πράγματα. 
Οταν λειτουργεί αυτό το δυσυπόστατο τεράστιο ανθρωπάκι στην καθημερινότητα  
για την επιβίωση, το ποιητικό υπόστρωμα το κάνει να γυρίζει την πλάτη στα μικρά, 
που όμως έχουν τόση σημασία στη ζούγκλα της επιβίωσης. 
Κι εκεί παίζεται ένα σκληρό, αμείλικτο παιχνίδι. 
Οταν στην επιφάνεια έρχεται ο ποιητής 
- που ξέρει καλά τι αξίζει τον κόπο και γιατί -  
μπαίνει στο αέναο παιχνίδι των ψυχοφθόρων εναλλαγών και θέλει, 
πρέπει να το δαμάσει για να υπάρχει. Δεν πονάει αυτή η διαδικασία. 
Είναι συνήθεια πιά. 
Ο ποιητής αποστρέφεται πολλά από την καθημερινότητα και τις διεκδικήσεις, 
που δεν έχουν τελικά αξία 
– σε βεβαιώνω γι αυτό - 
κι έτσι χάνονται καμιά φορά μάχες καθημερινότητας. 
Απλά, γιατί δεν έχουν δικαιολογία. Πώς να αγωνιστείς έναντι και εναντίον, 
όταν δεν δικαιολογείς τον αγώνα; 
Και ξέρεις, εδώ δεν υπάρχουν λογικές και αναλύσεις. 
Υπάρχει μια βαθύτερη δύναμη που σε εξουσιάζει. 
Λες κι είσαι ταγμένος σε κάτι και δεν του είσαι συνεπής. 
Ετσι  και  μόνο γι αυτό οι ενοχές. 
Τότε λέω για δικαιολογία ότι εντάξει δεν γράφω τώρα, αλλά ζώ. 
Κι εδώ που τα λέμε… επιβίωσα. 
Γιατί έφτιαξα τη δική μου πατρίδα 
– ένα κομμάτι ουρανού ίσως - 
και κούρνιασα εκεί και την πίστεψα και καλύφτηκα και την προστατεύω. 
Δεν πουλιώνται και δεν πουλήθηκαν ποτέ οι πατρίδες, 
γιατί δε μετρήθηκε η αξία τους ποτέ, 
γιατί δε χωράνε σε συναλλαγές και τιμήματα, 
γιατί είναι επιούσιες, μεγάλες, υπέρτατες, μοναδικές. 
Γιατί τις κατοικούμε εμείς, εγώ, εσύ, και τόσοι άλλοι. 
Γι αυτό δε νιώθω μόνος.  Μοιάζουμε πολύ. 
Εγώ με ένα μολύβι κι εσύ με το χρωστήρα τις νύχτες. 
Με το βλέμμα στο χάραμα κι ένα γλυκό κάματο στην ψυχή. 
Λυτρωτικό και γαλήνιο. Με μπόλικες υπερβάσεις και ξαφνιάσματα. 
Αλλά και υπέροχες, την άλλη μέρα, ανακαλύψεις. 
Εκεί οι καταβυθίσεις και τα πετάγματα. 
Οι υπέρτατες δικαιολογίες ύπαρξης και έρωτας. 
Παθιασμένος, αλλόφρων, ήπιος, γλυκός, τραχύς, άλογος και κυρίως μέγας.
 Ο μεγάλος καλλιτέχνης, δίνει πάντα το περίσευμά του είπε ο Ουέλς. 
Και μείς θα πούμε, σαν τον Υβ Μοντάν στο ασθενοφόρο 
που δεν τόν έφτασε ζωντανό στο νοσοκομείο: 
Πείτε στους φίλους μου γειά χαρά, Πέρασα πολύ ωραία. 
Η σαν την Ελένη Βλάχου που είδε το θάνατο αποχαιρετισμό 
από υπέροχη συγκέντρωση σε σπίτι γιορτινό. 
Και φεύγοντας λέει στον οικοδεσπότη: Ευχαριστώ. Ηταν πολύ ωραία. 
Αυτό το περίσευμα, μας… περίσεψε Ηλέκτρα. 
Οσο για το έργο μας, ας το κρίνουν άλλοι. 
Κι έπειτα, δεν το κρύψαμε σεμνά δεκαετίες; 
Οταν είδες τα κείμενα είπες: 
Μα θα τολμήσεις να τα βγάλεις στον κόσμο αυτά;
Θα ξεγυμνωθείς τόσο; 
Θυμάσαι Ηλέκτρα; Τότε σου μίλησα για τη μικρή μας επανάσταση. 
Αυτή, του να μην ντρεπόμαστε για τις ευαισθησίες μας. 
Σου είπα, ότι δεν θέλω να γίνω σαν τους ερωτευμένους, 
που ντρέπονται και κρύβουν την ανθοδέσμη, 
μη και τους δει κανείς στο  δρόμο για το σπίτι της αγαπημένης. 
Και γέλασες. Στιγμές εξομολογήσεων… 
Ηθελες πάντα να υπάρχεις μέσα από το δώσιμο. Σεμνά. Αφανώς. 
Οπως ο μεγάλος Τάσος Λειβαδίτης, 
που έλεγε ότι ο δημιουργός μιλάει μέσα από το έργο του. 
Και γέμιζε η ψυχή σου χαρά και δικαιολογίες ύπαρξης, 
όταν το δώσιμό σου είχε αποτέλεσμα κι ας μην αναγνωρίζονταν. 
Πόσες φορές τους βλέπω να χαλαρώνουν δουλεύοντας σκληρά, 
γιατί έτσι γυρίζουν την πλάτη στις προσωπικές ενδοσκοπήσεις. 
Σε μένα τα πράγματα ήταν πάντα περίεργα.  Δεν επιδίωξα τίποτα
- εύκολα θα με χαρακτήριζαν άνθρωπο χωρίς στόχους -
 και τα πράγματα έτρεχαν μόνα τους. 
Mου πρότειναν διάφορα κι εγώ έλεγα ένα ναι ή ένα όχι. 
Eτσι ανέβηκα κάποτε τη σκάλα της ιεραρχίας τους. 
Γνωρίζοντας το φρούδο της όλης ιστορίας, 
πώς και πόσο γρήγορα μπορούν να σε ρίξουν από τη σκάλα τους 
και αυτοσαρκαζόμενος, περιγελώντας τίτλους κι αξιώματα, προχωρούσα. 
Φθορά μου η επανάληψη. Πολυτεχνίτης. 
Αρκεί να μην επαναλαμβάνομαι, γιατί εκεί κρύβεται η μεγάλη αρρώστεια.
 Oπως οι επαγγελματικές φιλοδοξίες, 
που σε κάνουν δούλο κι όταν ανακαλύψεις τη ματαιότητα των... 
βημάτων στην επιτυχία, τότε είναι πολύ αργά. 
Η ζωή έχει φύγει μέσα από μία ρουτίνα ανεξέλεγκτη. 
Και χωρίς να αφήνεις τα σημάδια σου… 
Δεν είπαν οι αρχαίοι μας ότι η ματαιοδοξία στο δημιουργό είναι κινητήρια δύναμη;  
Ετσι, νιώθω ότι γίνομαι όλο και πιο ψύχραιμος στα πράγματα, 
μέσα από κοπιαστικούς δρόμους ενδοσκοπήσεων 
και πετάω συνέχεια ότι δεν αξίζει πραγματικά τον κόπο. 
Aξίζουν τόσο λίγα πράγματα να δώσεις τον κόπο σου, τη λύπη, τη χαρά σου, 
τον  ελάχιστο τελικά χρόνο σου. 
Και μην ξεχνάς αγαπημένη
Οσο θα αποδέχεσαι τις αλήθειες ως μη μοναδικές, 
ως πάντα αυτοαναιρούμενες .
Οσο θα απέχεις από ιδεολογικά κατασκευάσματα που φυλακίζουν τη σκέψη. 
Οσο θα νιώθεις ότι παίρνεις και δίνεις γνώση.
Οσο θα κοιτάζεις τον άλλο στα μάτια και κάτι θα συμβαίνει μέσα σου.
Οσο θα μπορείς να εκφράζεσαι.
Οσο θα αγαπάς και θα το νιώθουν οι διπλανοί σου.
Οσο θα επιβεβαιώνεις την ύπαρξή σου μέσα από το δώσιμο.
Οσο η αγκαλιά σου θα αισθάνεται τη ζεστασιά ενός άλλου ανθρώπου.
Οσο θα επιζητούν οι άνθρωποι τη συντροφιά σου.
Οσο τα εκφραστικά σου μάτια θα ιστορούν ότι πραγματικά έζησες.
Οσο η εύθραυστη εικόνα σου θα αποπνέει γαλήνια δύναμη.
Τόσο θα έχεις δικαιολογία ύπαρξης και θα παραμένεις 
επί της ουσίας και ισόβια νέα.
Ηλέκτρα,  εδώ τελειώνει και τούτη η αποφλοίωση.
Χ Α Ι Ρ Ε
ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ 
(Απόσπασμα από το βιβλίο : Προς Δέκα επιστολή - Τα ανεπίδοτα)